Νόσος Ledderhose

Η νόσος Ledderhose, γνωστή και ως πελματιαία ινωμάτωση, είναι μια αργά αναπτυσσόμενη πάχυνση των επιφανειακών στρωμάτων της πελματιαίας απονεύρωσης. Πρόκειται για μια καλοήθη διαταραχή στην οποία μπορεί να αναπτυχθούν ινώδεις όζοι στην πελματιαία απονεύρωση, κυρίως στην έσω πλευρά.

Η νόσος Ledderhose, πήρε το όνομά της από έναν Γερμανό χειρουργό, ο οποίος περιέγραψε την κατάσταση για πρώτη φορά το 1894. Η νόσος έχει  επιπολασμό 0,23% και απαντάται συχνότερα σε μεσήλικες άνδρες (30 – 50 ετών). Οι άνδρες επηρεάζονται δυο φορές συχνότερα από τις γυναίκες και η επίπτωση αυξάνεται με την ηλικία. Στο 25% των ασθενών, η νόσος έχει αμφοτερόπλευρη εντόπιση. Η νόσος Ledderhose φαίνεται να έχει πολυπαραγοντική αιτιολογία, συμπεριλαμβάνοντας διάφορους προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, γενετικά αίτια, τραύμα και οικογενειακό ιστορικό.

Κλινικά παρατηρείται ορατή διόγκωση, που αποτελείται από έναν ή περισσότερους υποδόριους όζους, στην πελματιαία επιφάνεια του ποδιού. Στο 33% των περιπτώσεων, οι όζοι μπορεί να είναι πολλαπλοί και συνήθως αναπτύσσονται αργά. Κάποιοι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί ή μπορεί να αναφέρουν πόνο μετά από πολύωρη ορθοστασία ή βάδιση ή όταν αυτά τα οζίδια αναπτύσσονται και πιέζουν τις προσβεβλημένες δομές του ποδιού λόγω έλλειψης χώρου (π.χ. νεύρα, αγγεία, μύες ή τένοντες). Οι ακτινογραφίες είναι συνήθως φυσιολογικές. Άλλες απεικονιστικές εξετάσεις όπως το υπερηχογράφημα, η αξονική τομογραφία και η μαγνητική τομογραφία αποκαλύπτουν τη θέση και την έκταση των όζων, και τη συμμετοχή γειτονικών δομών

Η θεραπεία της νόσου Ledderhose είναι συντηρητική στην πλειονότητα των ασθενών και αποτελείται από διατάσεις, φυσιοθεραπεία, τροποποιήσεις υποδημάτων, επιθέματα ή ορθωτικά που στοχεύουν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η θεραπεία με κρουστικά κύματα φαίνεται επίσης να είναι αποτελεσματική μειώνοντας τον πόνο και μαλακώνοντας τα οζίδια. Η συντηρητική θεραπεία μπορεί επίσης να αποτελείται από μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή τοπικές ενέσεις κορτιζόνης. Οι τρέχουσες οδηγίες συστήνουν συνολικά 3 – 5 τοπικές ενέσεις κορτικοστεροειδών που χορηγούνται περίπου 4 – 6 εβδομάδες με συγκέντρωση 15 – 30 mg ανά οζίδιο.

Παρόλο που μπορεί να επιτευχθεί ίαση με τη συντηρητική αγωγή, οι πιο σοβαρές βλάβες απαιτούν πιο επεμβατικές προσεγγίσεις. Η χειρουργική θεραπεία ενδείκνυται σε περιπτώσεις επίμονου πόνου ή στην περίπτωση που μεγάλες, διεισδυτικές βλάβες προκαλούν σημαντική αναπηρία και/ή είναι ανθεκτικές στη συντηρητική αντιμετώπιση. Η τυπική διαδικασία και η πιο λειτουργική χειρουργική επέμβαση περιλαμβάνει μια μερική αφαίρεση της πελματιαίας απονεύρωσης προκειμένου να απελευθερωθεί η τάση. Μετά από μερική αφαίρεση, υπάρχει υψηλό ποσοστό υποτροπής με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και πιο επιθετική διείσδυση σε ανατομικές δομές.  Η πλήρης αφαίρεση της πελματιαίας απονεύρωσης μπορεί επίσης να εφαρμοστεί. Η μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μειώσει την πιθανότητα υποτροπής.