Ρήξη Αχίλλειου τένοντα

Ο Αχίλλειος τένοντας σχηματίζεται από δύο μυς στο πίσω μέρος της γάμπας, τον γαστροκνήμιο και τον υποκνημίδιο, περίπου 15 cm πάνω από την άρθρωση της ποδοκνημικής και καταλήγει στο πίσω μέρος της πτέρνας. Ο τένοντας περιβάλλεται από ένα έλυτρο, μέσα στο οποίο γλιστρά εύκολα κατά την κίνηση της ποδοκνημικής. Η λειτουργία του Αχίλλειου τένοντα είναι κρίσιμη για τη βάδιση και το τρέξιμο. Όταν ο γαστροκνήμιος συσπάται, το άκρο πόδι μετακινείται προς τα κάτω. Το τρέξιμο και η άνοδος σκαλοπατιών ασκεί δύναμη μέσω του Αχίλλειου τένοντα ίση με 10 φορές το βάρος του σώματος.

Περίπου 1 εκατομμύριο αθλητές το χρόνο υφίστανται φλεγμονή ή ρήξη του Αχίλλειου τένοντα. Η ρήξη του Αχίλλειου τένοντα δεν είναι ασυνήθιστη σε υγιή, ενεργά άτομα. Η ρήξη είναι συνήθως αυτόματη και πιο συχνά παρατηρείται σε άτομα ηλικίας 24 – 45 ετών. Τείνει να εμφανίζεται κυρίως σε άνδρες αθλητές. Η πλειοψηφία των πασχόντων δεν είχε προηγούμενο ιστορικό πόνου ή προηγούμενο τραυματισμό στον τένοντα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η ρήξη του Αχίλλειου τένοντα εμφανίζεται 2 – 6 cm πάνω από την κατάφυση του τένοντα στο οστό της φτέρνας.

Οι παράγοντες κινδύνου για ρήξη του Αχίλλειου τένοντα περιλαμβάνουν τη λήψη κορτικοστεροειδών φαρμάκων (είτε λαμβάνονται από το στόμα είτε εγχέονται κοντά στον τένοντα), τη λήψη αντιβιοτικών της κατηγορίας των φθοριοκινολόνων (σιπροφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη) και η υπέρχρηση. Προηγούμενος τραυματισμός του Αχίλλειου τένοντα αυξάνει τον κίνδυνο για ρήξη του τένοντα, τόσο από την πλευρά που είχε αρχικά τραυματιστεί, όσο και από την άλλη πλευρά που δεν επηρεάστηκε.

Συνήθως, ο Αχίλλειος τένοντας υφίσταται ρήξη όταν υπάρχει μια ξαφνική, ισχυρή κίνηση του ποδιού προς τα κάτω ενάντια στην αντίσταση, όπως όταν κάποιος ωθεί το πόδι με μεγάλη δύναμη κατά τα άλματα. Αυτό συμβαίνει συχνά σε αθλήματα όπως μπάσκετ, τένις ή ποδόσφαιρο. Τα συμπτώματα της ρήξης περιλαμβάνουν οξύ αιφνίδιο πόνο στο πίσω μέρος της φτέρνας και αδυναμία πελματιαίας κάμψης του άκρου ποδός. Επειδή υπάρχει μια ανισορροπία μεταξύ των μυών που ωθούν τα δάχτυλα προς τα κάτω και εκείνων που τα τραβούν προς τα πάνω, το περπάτημα γίνεται δύσκολο με τον πόνο και επειδή το πόδι θα σέρνεται. Μερικές φορές ο τένοντας δεν υφίσταται πλήρη ρήξη, αλλά μόνο μερική ρήξη. Τα συμπτώματα είναι τα ίδια με μια πλήρη ρήξη και μια μερική ρήξη μπορεί να εξελιχθεί σε πλήρη ρήξη. Ενώ η ρήξη του Αχίλλειου τένοντα εμφανίζεται συνήθως κοντά στην κατάφυση του στη φτέρνα, μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε θέση κατά την πορεία του τένοντα.

Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με το υπερηχογράφημα και τη μαγνητική τομογραφία.

Υπάρχουν δύο επιλογές για τη θεραπεία της ρήξης του Αχίλλειου τένοντα. Η μία περιλαμβάνει χειρουργική επιδιόρθωση και η άλλη συντηρητική θεραπεία (επιτρέποντας στον τένοντα να επουλωθεί μόνος του με χρήση γύψου). Η κάθε μέθοδος έχει τα οφέλη και τους κίνδυνους της και οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από την κλινική κατάσταση του ασθενούς, το υποκείμενο ιατρικό ιστορικό, την έκταση του τραυματισμού και την προσδοκία της μελλοντικής δραστηριότητας. Η χειρουργική είναι η συνιστώμενη θεραπεία για νεαρά, υγιή και ενεργά άτομα. Για τους αθλητές, η χειρουργική επέμβαση είναι συχνά η πρώτη επιλογή θεραπείας. Ο Αχίλλειος τένοντας μπορεί να επισκευαστεί χειρουργικά είτε διαδερμικά είτε με ανοιχτή τεχνική. Τα πλεονεκτήματα της χειρουργικής προσέγγισης περιλαμβάνουν μειωμένο κίνδυνο επαναρρήξης (0% -5%). Η πλειοψηφία των ασθενών μπορεί να επιστρέψει στις αρχικές αθλητικές τους δραστηριότητες (σε σύντομο χρονικό διάστημα) και να ανακτήσει τη δύναμη και την αντοχή τους. Τα μειονεκτήματα της χειρουργικής προσέγγισης περιλαμβάνουν το κόστος, την ανάγκη για νοσηλεία και τις επιπλοκές του τραύματος. Η συντηρητική θεραπεία μπορεί να συνιστάται για ασθενείς που είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, λιγότερο δραστήριοι και με συννοσηρότητες. Η ικανότητα επούλωσης του χειρουργικού τραύματος είναι επίσης ένα σημαντική πρόβλημα και μπορεί να περιλαμβάνει ασθενείς με ανεπαρκή παροχή αίματος στα κάτω άκρα. Η συντηρητική αντιμετώπιση περιλαμβάνει εφαρμογή κνημοποδικού νάρθηκα σε ιπποποδία. Η διατήρηση της ποδοκνημικής σε αυτή τη θέση βοηθά στην επούλωση των τραυμάτων. Ο νάρθηκας παραμένει για 6 έως 10 εβδομάδες και δεν επιτρέπεται κίνηση της ποδοκνημικής. Μετά την αφαίρεση του γύψου, συνιστάται φυσικοθεραπεία. Τα μειονεκτήματα της συντηρητικής προσέγγισης περιλαμβάνουν αυξημένο κίνδυνο επαναρρήξης (έως και 40%) και την παρατεταμένη ακινητοποίηση. Τα οφέλη περιλαμβάνουν το μειωμένο κίνδυνο λοίμωξης και βλάβης του δέρματος και μειωμένο κίνδυνο νευραγγειακής βλάβης.