Κατάγματα ποδοκνημικής

Τα κατάγματα ποδοκνημικής αποτελούν συνήθεις τραυματισμούς, πιο συχνά σε νεότερους άνδρες ή μεγαλύτερες γυναίκες και αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% όλων των καταγμάτων. Η άρθρωση της ποδοκνημικής αποτελείται από τον αστράγαλο, ο οποίος αρθρώνεται με την αρθρική επιφάνεια της κνήμης και το κάτω πέρας της περόνης (έξω σφυρό). Η κνήμη και η περόνη συνδέονται κατά τη συνδέσμωση, μια πολύ ισχυρή ινώδης δομή αποτελούμενη από τον πρόσθιο κάτω κνημοπερονιαίο σύνδεσμο, τον οπίσθιο κάτω κνημοπερονιαίο σύνδεσμο, και το μεσόστεο υμένα.

Το κάταγμα της ποδοκνημικής αποτελεί κάταγμα οποιουδήποτε σφυρού (έξω, έσω ή οπίσθιου), με ή χωρίς διαταραχή της συνδέσμωσης. Τα κατάγματα ποδοκνημικής μπορούν να περιγραφούν ανατομικά. Χονδρικά, μπορούν να περιγραφούν ως μεμονωμένα κατάγματα έξω σφυρού, μεμονωμένα κατάγματα έσω σφυρού, αμφισφύρια κατάγματα (δηλαδή έξω και έσω σφυρού), και τρισφύρια κατάγματα (δηλαδή έξω, έσω και οπίσθιου σφυρού). Η πιο συνηθισμένη ταξινόμηση που χρησιμοποιείται, είναι η ταξινόμηση Weber, η οποία ταξινομεί τα κατάγματα έξω σφυρού ως εξής: A = κάτω από το επίπεδο της συνδέσμωσης, B = στο επίπεδο της συνδέσμωσης και C = πάνω από το επίπεδο της συνδέσμωσης. Όσο πιο κεντρικά είναι το κάταγμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα αστάθειας ποδοκνημικής. Κατά συνέπεια, τα κατάγματα τύπου C χρειάζονται σχεδόν πάντα χειρουργική σταθεροποίηση.

Κλινικά, οι ασθενείς παρουσιάζουν πόνο στην ποδοκνημική μετά από κάκωση. Μπορεί να υπάρχει σχετική παραμόρφωση σε περιπτώσεις εξαρθρήματος, το οποίο χρειάζεται άμεση ανάταξη. Η μεγάλη παραμόρφωση της ποδοκνημικής μπορεί να συνοδεύεται από νευραγγειακές βλάβες ή από ανοιχτά κατάγματα, οπότε θα πρέπει πάντα να ελέγχεται προσεκτικά η ακεραιότητα του δέρματος.

Σε όλες τις ύποπτες περιπτώσεις, θα πρέπει να γίνεται μια απλή ακτινογραφία τόσο προσθιοοπίσθια όσο και πλάγια. Πολύπλοκα κατάγματα ποδοκνημικής, ιδιαίτερα όταν υπάρχει παρεκτοπισμένο κάταγμα οπίσθιου σφυρού, χρειάζονται αξονική τομογραφία προκειμένου να γίνει σωστός προεγχειρητικός σχεδιασμός.

Η αρχική διαχείριση των καταγμάτων ποδοκνημικής απαιτεί άμεση ανάταξη, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί ανατομικά το κάταγμα. Μετά την ανάταξη, θα πρέπει να τοποθετηθεί κνημοποδικός νάρθηκας. Στη συνέχεια, θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η νευραγγειακή κατάσταση και να επαναληφθεί ο ακτινολογικός έλεγχος. Εάν η ανάταξη δεν είναι επαρκής, απαιτούνται επαναλαμβανόμενες προσπάθειες ανάταξης.

Η συντηρητική αντιμετώπιση εφαρμόζεται σε απαρεκτόπιστα κατάγματα έσω σφυρού, κατάγματα Weber Α ή κατάγματα Weber Β έξω σφυρού χωρίς μετατόπιση του αστραγάλου και σε ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για χειρουργική επέμβαση. Η χειρουργική θεραπεία (ανοιχτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση) συχνά απαιτείται σε κατάγματα ποδοκνημικής για να επιτευχθεί σταθερή ανατομική ανάταξη της ποδοκνημικής. Τα κατάγματα ποδοκνημικής που απαιτούν ανοιχτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση περιλαμβάνουν, τα παρεκτοπισμένα αμφισφύρια ή τρισφύρια κατάγματα, τα κατάγματα Weber C, τα κάταγματα Weber B με μετατόπιση του αστραγάλου και τα ανοιχτά κατάγματα. Ο τύπος της χειρουργικής επέμβασης που πραγματοποιείται εξαρτάται από τον συγκεκριμένο τύπο κατάγματος της ποδοκνημικής. Η κύρια επιπλοκή μετά από κάταγμα ποδοκνημικής είναι ο κίνδυνος μετατραυματικής αρθρίτιδας, ωστόσο αυτό είναι σπάνιο σε περιπτώσεις με κατάλληλη ανάταξη και οστεοσύνθεση. Οι επιπλοκές της χειρουργικές επέμβασης περιλαμβάνουν τη λοίμωξη του τραύματος, την εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, τη νευροαγγειακή βλάβη, την ψευδάρθρωση και την αστοχία των υλικών.