Ρήξη τένοντα τετρακέφαλου

Η ρήξη του τένοντα του τετρακέφαλου είναι ένας τραυματισμός του τένοντα που συνδέει τον τετρακέφαλο μυ με την επιγονατίδα. Η ρήξη μπορεί να είναι μερική ή ολική. Η ρήξη του τένοντα του τετρακέφαλου είναι ένας σπάνιος αλλά σοβαρός τραυματισμός. Εάν αυτός ο τραυματισμός δεν αναγνωριστεί αμέσως και δεν χειρουργηθεί εγκαίρως, μπορεί να οδηγήσει σε αναπηρία.

Ο τένοντας του τετρακέφαλου προέρχεται από τη μυϊκή ένωση του ορθού μηριαίου, του έξω πλατύ, του μέσου πλατύ και του έσω πλατύ, στον άνω πόλο της επιγονατίδας. Ο τένοντας του τετρακέφαλου σε συνδυασμό με τον επιγονατιδικό τένοντα και την επιγονατίδα αποτελούν τον εκτατικό μηχανισμό του γόνατος.. Μια ρήξη αυτού του κεντρικού τένοντα εμποδίζει δραστικά την έκταση του γόνατος και επηρεάζει άμεσα τη λειτουργικότητα. Ο βαθμός με τον οποίο η ρήξη του τένοντα του τετρακέφαλου περιορίζει την έκταση του γόνατος εξαρτάται από τη βαρύτητα της βλάβης του τένοντα. Οι μικρές ρήξεις του τένοντα μπορεί να έχουν ελάχιστο αντίκτυπο στη λειτουργία του εκτατικού μηχανισμού, ενώ οι πλήρεις ρήξεις μπορεί να εμποδίσουν πλήρως την έκταση του γόνατος.

Οι ρήξεις του εκτατικού μηχανισμού του γόνατος στο σύνολό τους είναι πολύ σπάνιες, αλλά αναφέρεται ότι έχουν υψηλή νοσηρότητα και ποσοστό αναπηρίας. Αυτός ο τραυματισμός ιστορικά είναι πιο συχνός στους άνδρες, ηλικίας άνω των 40 ετών. Η ρήξη του τένοντα του τετρακέφαλου συμβαίνει συχνά κατά τη διάρκεια μιας δραστηριότητας υψηλής ενέργειας με κακή προσγείωση. Κατά τη διάρκεια της προσγείωσης ασκείται μεγάλη δύναμη στο γόνατο σε κάμψη, το άκρο πόδι στερεώνεται στο έδαφος και ο τετρακέφαλος κάνει μια γρήγορη, έκκεντρη συστολή. Άλλος μηχανισμός περιλαμβάνει τη δύναμη που ασκείται άμεσα στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος. Οι ασθενείς συνήθως παρουσιάζουν οξύ πόνο στο γόνατο, οίδημα και λειτουργική απώλεια. Άλλα συμπτώματα είναι η αστάθεια, η αδυναμία βάδισης, η αδυναμία έκτασης του γόνατος, το ψηλαφητό χάσμα και το αιμάτωμα στη θέση της ρήξης. Εάν ο ασθενής δεν διαγνωσθεί στην οξεία φάση, η διάγνωση της ρήξης γίνεται πιο δύσκολη και μπορεί εύκολα να χαθεί.

Οι απεικονιστικές εξετάσεις συνήθως δεν προσφέρουν πολλά σε τραυματισμούς του τένοντα του τετρακέφαλου. Ωστόσο, το υπερηχογράφημα μπορεί να έχει κάποια κλινική χρησιμότητα, καθώς ανιχνεύει τη ρήξη του τένοντα και εκτιμά το βαθμό της ρήξης. Επίσης, έχει χρησιμοποιηθεί διαδοχικά για την αξιολόγηση της επούλωσης και για τον προσδιορισμό της παρουσίας σχετικών αιματωμάτων, συλλογών ή ασβεστοποιήσεων. Οι ακτινογραφίες συνήθως δεν βοηθούν στη διάγνωση, αλλά μπορεί να έχουν κάποια κλινική χρησιμότητα για να αποκλείσουν άλλους σχετικούς τραυματισμούς ή καταστάσεις. Η ακτινογραφία μπορεί να είναι χρήσιμη για τον προσδιορισμό της θέσης της επιγονατίδας. Μια υψηλή θέση επιγονατίδας μπορεί να είναι ενδεικτική ρήξης επιγονατιδικού τένοντα, ενώ μια χαμηλή θέση επιγονατίδας μπορεί να υποδηλώνει ρήξη τένοντα τετρακέφαλου. Η μαγνητική τομογραφία απεικονίζει λεπτομερώς την έκταση της βλάβης.

Σε περίπτωση μερικής ρήξης, το γόνατο πρέπει να παραμείνει ακινητοποιημένο για 3 – 6 εβδομάδες, σε 10ο κάμψης. Σε περίπτωση πλήρους ρήξης, η χειρουργική επέμβαση είναι υποχρεωτική και πρέπει να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν νωρίτερα (το αργότερο 72 ώρες μετά τον τραυματισμό), ώστε ο τένοντας να μπορεί να επανασυνδεθεί στην επιγονατίδα. Μετά τη χειρουργική επέμβαση το γόνατο ακινητοποιείται για 4-6 εβδομάδες. Δύο ημέρες μετά τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να ξεκινήσουν εντατικές ισομετρικές ασκήσεις τετρακέφαλου. Κατά τη διάρκεια της περιόδου ακινητοποίησης, η φόρτιση βάρους σταδιακά αυξάνεται, ώστε η πλήρης φόρτιση να επιτευχθεί μετά από 6 εβδομάδες. Στη συνέχεια ξεκινά κινησιοθεραπεία για να ανακτηθεί το πλήρες εύρος κίνησης του γόνατος.