Οστεοχόνδρινη βλάβη του αστραγάλου

Η οστεοχόνδρινη βλάβη του αστραγάλου είναι μια περιοχή ανώμαλου, κατεστραμμένου χόνδρου και οστού στην κορυφή του αστραγάλου. Αυτή η κατάσταση είναι επίσης γνωστή ως διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα του αστραγάλου. Συχνά σχετίζεται με κάκωση της ποδοκνημικής, όπως βαρύ διάστρεμμα. Ωστόσο, μπορεί επίσης να προκύψει από χρόνια υπερφόρτωση λόγω κακής ευθυγράμμισης ή αστάθειας της άρθρωσης της ποδοκνημικής.

Η οστεοχόνδρινη βλάβη του αστραγάλου εμφανίζονται συχνότερα σε δύο περιοχές του αστραγάλου: την έσω πλευρά του θόλου του αστραγάλου και την πρόσθιο-έξω επιφάνεια του θόλου του αστραγάλου. Πολλοί ασθενείς με οστεοχόνδρινη βλάβη του αστραγάλου είναι ασυμπτωματικοί (χωρίς πόνο ή πρήξιμο). Η οστεοχόνδρινη βλάβη μπορεί να είναι ένα τυχαίο εύρημα σε μια μαγνητική τομογραφία. Ωστόσο, εάν η βλάβη είναι αρκετά μεγάλη, ή ο υπερκείμενος χόνδρος μετατοπιστεί, η οστεοχόνδρινη βλάβη του αστραγάλου μπορεί να προκαλεί έντονα συμπτώματα. Αυτά τα συμπτώματα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τοπικό πόνο στον αστράγαλο, ο οποίος επιδεινώνεται με δραστηριότητες, όπως το τρέξιμο, το περπάτημα και τα άλματα. Η οστεοχόνδρινη βλάβη μπορεί επίσης να προκαλεί μηχανικά συμπτώματα και ήχους που προκαλούνται από ελεύθερα σωμάτια. Η κλινική εξέταση συνήθως αποκαλύπτει οίδημα και εντοπισμένο πόνο κατά μήκος της πρόσθιας επιφάνειας του αστραγάλου.

Οι απλές ακτινογραφίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση μιας οστεοχόνδρινης βλάβης του αστραγάλου. Περιοχές μειωμένης πυκνότητας που φαίνονται στις απλές ακτινογραφίες μπορεί να είναι ενδεικτικές αυτής της κατάστασης, αν και δεν είναι ασυνήθιστο οι απλές ακτινογραφίες να φαίνονται φυσιολογικές. Η μέθοδος εκλογής για τη διάγνωση των οστεχόνδρινων βλαβών του αστραγάλου είναι η μαγνητική τομογραφία, η οποία μπορεί να δείξει αν η βλάβη είναι απαρεκτόπιστη ή παρεκτοπισμένη.

Η συντηρητική θεραπεία μπορεί να είναι επιτυχής για τις απαρεκτόπιστες οστεοχόνδρινες βλάβες του αστραγάλου, ειδικά εάν η πάθηση αναγνωρίζεται και αντιμετωπίζεται νωρίς και η βλάβη είναι σχετικά μικρή. Οι νεότεροι ασθενείς, ιδιαίτερα τα παιδιά ή οι έφηβοι, έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες επούλωσης της οστεοχόνδρινης βλάβης σε σύγκριση με τους ενήλικες. Υπάρχουν πολλές επιλογές συντηρητικής διαχείρισης για τη θεραπεία οστεοχόνδρινων βλαβών. Αν η οστεοχόνδρινη βλάβη εμφανίζεται μετά από οξύ τραυματισμό και είναι απαρεκτόπιστη, η αρχική ακινητοποίηση σε γύψο για 4-6 εβδομάδες μπορεί να επιτρέψει την επούλωση. Η φυσικοθεραπεία συμβάλλει στην ενδυνάμωση των μυών γύρω από τον αστράγαλο, το εύρος κίνησης του αστραγάλου και την ιδιοδεκτικότητα.

Η χειρουργική θεραπεία ενδείκνυται για παρεκτοπισμένες οστεοχόνδρινες βλάβες του αστραγάλου ή βλάβες που δεν έχουν βελτιωθεί με την κατάλληλη συντηρητική αντιμετώπιση. Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει αρθροσκοπικό καθαρισμό και μικροκατάγματα στη θέση της βλάβης, με καλά ή άριστα αποτελέσματα στο 75-80% των ασθενών βλάβες μικρότερες από 15 mm². Επί αποτυχίας του αρθροσκοπικού καθαρισμού και σε βλάβες μεγαλύτερες από 20 mm² μπορεί να εφαρμοστεί μεταφορά αυτόλογων οστεοχόνδρινων μοσχευμάτων (μωσαϊκοπλαστική), όπου συλλέγεται οστεοχόνδρινο αυτομόσχευμα από μη φορτιζόμενη περιοχή της άρθρωσης και μεταφέρεται στην περιοχή της οστεοχόνδρινης βλάβης. Άλλες χειρουργικές επιλογές είναι η μεταφορά οστεοχόνδρινων πτωματικών αλλομοσχευμάτων και η μεταμόσχευση αυτόλογων χονδροκυττάρων, χωρίς μεγάλη κλινική επιτυχία στην άρθρωση της ποδοκνημικής.