Παραμόρφωση Haglund

Η παραμόρφωση Haglund περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Patrick Haglund το 1927. Πρόκειται για διαταραχή της οπίσθιας επιφάνειας της πτέρνας, όπου παρατηρείται οστική διόγκωση στην περιοχή της κατάφυσης του Αχίλλειου τένοντα. Τα παρακείμενα μαλακά μόρια μπορεί να ερεθιστούν όταν αυτή η οστική διόγκωση τρίβεται πάνω σε άκαμπτα παπούτσια. Συχνά οδηγεί σε οπισθοπτερνική θυλακίτιδα και θυλακίτιδα του Αχίλλειου τένοντα. Αυτός ο συνδυασμός παθολογίας είναι γνωστός ως σύνδρομο Haglund.
Αν και είναι μια πολύ συνηθισμένη κλινική οντότητα, εξακολουθεί να είναι ελάχιστα κατανοητή. Έχουν προταθεί διάφορες πιθανές αιτίες, όπως ο σφιχτός Αχίλλειος τένοντας, η υψηλή ποδική καμάρα και η κληρονομικότητα. Στους προδιαθεσικούς παράγοντες συγκαταλέγονται η υπερβολική προπόνηση σε δρομείς, τα σφιχτά ή κακώς προσαρμοσμένα παπούτσια και η διαταραχή της εμβιομηχανικής των αρθρώσεων των ποδιών. Πιστεύεται ότι ο μηχανικός ερεθισμός προκαλεί φλεγμονή και συλλογή υγρού στον οπισθοπτερνικό ορογόνο θύλακο, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση ασβεστίου στο οστό της πτέρνας.
Συνήθως επηρεάζει τους μεσήλικες, τις γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες και συχνά είναι αμφοτερόπλευρη. Χαρακτηρίζεται από πόνο στο πίσω μέρος της πτέρνας, ο οποίος είναι εντονότερος μετά από ξεκούραση. Επίσης οι ασθενείς παραπονούνται για χωλότητα, διόγκωση και οίδημα στην περιοχή.
Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα και τις απεικονιστικές εξετάσεις. Στην κλινική εξέταση παρατηρείται επώδυνη, ερυθρή και θερμή διόγκωση στο πίσω μέρος της πτέρνας. Στις πλάγιες ακτινογραφίες παρατηρείται οστική προεκβολή και επασβέστωση στο πίσω μέρος της πτέρνας, στην περιοχή της κατάφυσης του Αχίλλειου τένοντα. Η μαγνητική τομογραφία αναδεικνύει οστική άκανθα που προσκρούει στον Αχίλλειο τένοντα, συλλογή στον οπισθοπτερνικό θύλακο και οίδημα πέριξ του τένοντα.
Η παραμόρφωση Haglund αντιμετωπίζεται συχνά συντηρητικά αυξάνοντας το ύψος του τακουνιού ή προσθέτοντας υποπτέρνιους πάτους στα παπούτσια. Σε περίπτωση έντονου πόνου μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ειδικός κνημοποδικός νάρθηκας. Χρήσιμη είναι επίσης η παγοθεραπεία, οι διατάσεις του Αχίλλειου τένοντα, η χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και η τοπική έγχυση στεροειδών. Θετικά αποτελέσματα έχει δείξει και η χρήση κρουστικού υπέρηχου.
Εάν η συντηρητική θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική μετά την πάροδο 6 μηνών, τότε εφαρμόζονται χειρουργικές επιλογές, όπως η οπισθοπτερνική αποσυμπίεση, η εκτομή της εξόστωσης ή η οστεοτομία. Ανάλογα με τον τύπο της βλάβης, η επέμβαση μπορεί να γίνει με μικρή τομή ή αρθροσκοπικά. Η ανεπαρκής αφαίρεση της εξόστωσης μπορεί να οδηγήσει στην επανεμφάνιση των συμπτωμάτων. Μετά την επέμβαση εφαρμόζεται νάρθηκας και τα ράμματα κόβονται σε 2 εβδομάδες. Η φόρτιση του χειρουργημένου σκέλους επιτρέπεται μετά από 3 εβδομάδες. Για 6 εβδομάδες μπορεί να εφαρμοστεί ειδικό υπόδημα. Στη συνέχεια εφαρμόζεται ειδικό πρόγραμμα ασκήσεων, ενεργητικής πελματιαίας κάμψης και ραχιαίας έκτασης.
Στις επιπλοκές της χειρουργικής επέμβασης περιλαμβάνονται η ρήξη του Αχίλλειου τένοντα, το εμμένον άλγος της πτέρνας, η διάσπαση του χειρουργικού τραύματος, οι νευρικές βλάβες. Προληπτικά, θα πρέπει να αποφεύγονται τα σφιχτά, σκληρά παπούτσια, το τρέξιμο σε σκληρές και ανηφορικές επιφάνειες και να γίνονται διατάσεις του Αχίλλειου τένοντα πριν από το τρέξιμο.