Ρήξη τένοντα δικεφάλου

Η έκφυση του δικέφαλου βραχιονίου αποτελείται από 2 κεφαλές που εκφύονται από την κορακοειδή απόφυση (βραχεία κεφαλή) και από το υπεργλήνιο φύμα της ωμογλήνης (μακρά κεφαλή). Ο δικέφαλος καταφύεται στο δικεφαλικό όγκωμα της κερκίδας. Ο δικέφαλος βραχιόνιος χρησιμεύει για την κάμψη και τον υπτιασμό του αγκώνα. Η ρήξη του εκφυτικού τένοντα του δικέφαλου μπορεί να αντιμετωπιστεί συντηρητικά, ενώ η ρήξη του καταφυτικού τένοντα συνήθως χρειάζεται χειρουργική επέμβαση.

Η ρήξη του καταφυτικού τένοντα του δικεφάλου οφείλεται στην υπερβολική έκκεντρη δύναμη καθώς ο βραχίονας φέρεται από την κάμψη σε έκταση. Η ρήξη του εκφυτικού τένοντα του δικέφαλου γενικά δεν οφείλεται σε έναν μοναδικό μηχανισμό τραυματισμού, αλλά συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη ρήξη του στροφικού πετάλου. Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την ηλικία, το κάπνισμα, την παχυσαρκία, τη χρήση κορτικοστεροειδών και τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Σπάνιες αιτίες περιλαμβάνουν τη χρήση κινολονών, το διαβήτη, το συστηματικό ερυθυματώδη λύκο και τη χρόνια νεφρική νόσο.

Οι περισσότεροι ασθενείς με ρήξη του δικεφάλου είναι άνδρες, μέσης ηλικίας 35 ετών έως 54 ετών. Οι περιφερικές ρήξεις περιλαμβάνουν κυρίως το κυρίαρχο άκρο. Η ηλικία, η υπερβολική χρήση, το κάπνισμα και η χρήση κορτικοστεροειδών συμβάλλουν στον εκφυλισμό των τενόντων και, αργότερα, στην τενοντοπάθεια.

Οι ασθενείς που πάσχουν από ρήξη του τένοντα του δικέφαλου παραπονούνται για ξαφνικό οξύ πόνο στον αγκώνα ή στον ώμο, ανάλογα με τη θέση της ρήξης. Συνήθως, υπάρχει ένα ιστορικό ξαφνικής έκκεντρης δύναμης με τον αγκώνα σε κάμψη. Ο πόνος μπορεί να επιμείνει για εβδομάδες έως μήνες. Σε πλήρη ρήξη, ο πόνος μπορεί να μειωθεί. Οι ασθενείς συνήθως παραπονούνται για διόγκωση στο άνω τμήμα του βραχίονα λόγω υπερβολικής συστολής της μυϊκής γαστέρας του δικέφαλου, γνωστή ως “παραμόρφωση Popeye”.

Σε ασθενείς με ρήξη του καταφυτικού τένοντα του δικεφάλου παρατηρείται εκχύμωση, οίδημα και ευαισθησία στο εσωτερικό του αγκώνα. Οι ασθενείς με ρήξη των εκφυτικών κεφαλών του δικεφάλου μπορεί να έχουν εκχύμωση του εγγύς βραχίονα, η οποία μερικές φορές εκτείνεται μέχρι τον αγκώνα. Η ρήξη του εγγύς δικέφαλου δεν οδηγεί σε μακροχρόνια αλλαγή στη δύναμη του αγκώνα ή του ώμου.

Η αντιμετώπιση της ρήξης του δικέφαλου εξαρτάται από τη θέση της ρήξης. Για τη ρήξη της μακράς κεφαλής του δικεφάλου, η συντηρητική θεραπεία είναι συχνά αρκετή, καθώς είναι πιο συχνή σε ηλικιωμένους ασθενείς. Ωστόσο, μπορεί να παραμείνει υπολειμματική αισθητική παραμόρφωση και κάποιες διαλείπουσες κράμπες. Οι νεότεροι ασθενείς που δεν επιθυμούν την αισθητική παραμόρφωση και οι αθλητές μπορούν να επιλέξουν χειρουργική επέμβαση με τη μορφή της τενόδεσης του δικέφαλου. Για τη ρήξη του καταφυτικού τένοντα του δικεφάλου, η συντηρητική θεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί σε ασθενείς με χαμηλές σωματικές απαιτήσεις και πολλαπλές συννοσηρότητες. Η συντηρητική αντιμετώπιση της ρήξης του καταφυτικού τένοντα του δικεφάλου έχει σαν αποτελέσματα 40% – 50% απώλεια της δύναμης υπτιασμού, 30% απώλεια της δύναμης της κάμψης και περίπου 15% απώλεια δύναμης λαβής. Η χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται σε νεότερους ενεργούς ασθενείς που δεν επιθυμούν να θυσιάσουν τη λειτουργικότητα του χεριού τους, με τα οφέλη της ταχύτερης αποκατάστασης και επιστροφής στον αθλητισμό. Η χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν νωρίτερα καθώς με την πάροδο του χρόνου η ρήξη ουλοποιείται και μπορεί να απαιτείται μια πιο εκτεταμένη προσπέλαση. Η χειρουργική επισκευή του τένοντα του άπω δικέφαλου μπορεί χονδρικά να χωριστεί σε 2 μεθόδους. Η μη ανατομική προσέγγιση περιλαμβάνει τελικοτελική συρραφή της ρήξης, η οποία είναι μια απλή και αποτελεσματική μέθοδος για την ανάκτηση της δύναμης κάμψης. Η ανατομική προσέγγιση περιλαμβάνει την επανακαθήλωση του ραγέντος τένοντα στο δικεφαλικό όγκωμα της κερκίδας, η οποία έχει καλύτερα αποτελέσματα στην αποκατάσταση της κάμψης και του υπτιασμού του αντιβραχίου.