Ρήξη επιγονατιδικού τένοντα

Ο επιγονατιδικός τένοντας είναι ο σύνδεσμος που συνδέει την επιγονατίδα με την κνήμη. Αποτελεί σημαντικό τμήμα του εκτατικού μηχανισμού του κάτω άκρου, ο οποίος περιλαμβάνει τον τετρακέφαλο μυ, τον τένοντα του τετρακεφάλου, την επιγονατίδα και τον επιγονατιδικό τένοντα. Αυτές οι δομές λειτουργούν μαζί, επιτρέποντας την έκταση του γόνατος. Ο εκτατικός μηχανισμός είναι κρίσιμος για πολλές φυσιολογικές λειτουργίες που κυμαίνονται από το περπάτημα έως το τρέξιμο. Χωρίς έναν ακέραιο εκτατικό μηχανισμό, όλες αυτές οι δραστηριότητες μπορεί να είναι αδύνατον να εκτελεστούν.

Ο τυπικός ασθενής που υφίσταται ρήξη του επιγονατιδικού τένοντα είναι ένας νεαρός, αθλητής. Καθώς περισσότεροι μεσήλικες παραμένουν σωματικά ενεργοί, αυτός ο τραυματισμός γίνεται πιο συχνός στους πληθυσμούς μεγαλύτερης ηλικίας. Ο τραυματισμός συνήθως περιλαμβάνει μια αδέξια προσγείωση από μια θέση άλματος όπου ο τετρακέφαλος συσπάται, αλλά το γόνατο εκτείνεται δυναμικά. Αυτή είναι η λεγόμενη έκκεντρη συστολή και ασκεί τεράστιες πιέσεις στον τένοντα.

Τα τυπικά σημεία της ρήξης του επιγονατιδικού τένοντα περιλαμβάνουν πόνο ακριβώς κάτω από το γόνατο, οίδημα και αιμάτωμα στο μπροστινό μέρος του γόνατος, ψηλαφητό χάσμα σε σημείο, όπου ο τένοντας πρέπει να είναι σφιχτός, δυσκολία στη βάδιση ή στις αθλητικές δραστηριοτήτες. Έχει βρεθεί ότι σε σχεδόν όλους τους ασθενείς που υποφέρουν από ρήξη επιγονατιδικού τένοντα, συνυπάρχει χρόνια τενοντίτιδα. Ο επιγονατιδικός τένοντας συνήθως τραυματίζεται στην περιοχή όπου η ροή αίματος είναι κακή και ο τένοντας είναι ασθενέστερος. Σε άτομα που δεν είναι αθλητές και υφίστανται ρήξη του επιγονατιδικού τένοντα, συνήθως συνυπάρχει μια συστηματική ασθένεια ή προηγούμενη εγχείρηση στο γόνατο που αποδυναμώνει τον τένοντα.

Η διάγνωση της ρήξης του επιγονατιδικού τένοντα είναι συνήθως εμφανής κατά την κλινική εξέταση. Αυτοί οι ασθενείς δεν θα είναι σε θέση να εκτείνουν το γόνατό τους ενάντια στη βαρύτητα. Ο ακτινολογικός έλεγχος είναι απαραίτητος για να αποκλειστεί το κάταγμα της επιγονατίδας το οποίο μπορεί να προκαλέσει παρόμοια συμπτώματα και θα πρέπει να αποκλειστεί ως πιθανή διάγνωση. Στην ακτινογραφία, η επιγονατίδα είναι συνήθως ψηλότερη σε σύγκριση με το αντίθετο γόνατο, καθώς ο τετρακέφαλος έλκει την επιγονατίδα προς τα πάνω και τίποτα δεν το κρατάει στην κανονική του θέση. Αν και συχνά δεν απαιτείται, η μαγνητική τομογραφία μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση και να αναδείξει συνοδές βλάβες.

Η ρήξη του επιγονατιδικού τένοντα δεν θεραπεύεται από μόνη της, και αν αφεθεί χωρίς θεραπεία θα οδηγήσει σε αδυναμία του τετρακέφαλου και δυσκολία εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του περπατήματος. Η χειρουργική επέμβαση για την επισκευή τένοντα έχει σχετικές δυσκολίες. Τα κομμένα άκρα του τένοντα πρέπει να ράβονται μαζί. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι είναι σημαντικό να αποκατασταθεί η σωστή τάση στον τένοντα. Επίσης, η επισκευή μπορεί να είναι δύσκολη αν η ρήξη έχει γίνει απευθείας πάνω στο οστό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ράμματα που χρησιμοποιούνται για την επιδιόρθωση του τένοντα πρέπει να περάσουν απευθείας μέσα από το οστό.

Η αποκατάσταση μετά από ρήξη του επιγονατιδικού τένοντα είναι δύσκολη και απαιτεί χρόνο. Ένας από τους πιο σημαντικούς προγνωστικούς παράγοντες για την ανάρρωση είναι ο χρόνος της χειρουργικής επέμβασης, καθώς η καθυστερημένη επέμβαση μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα αποκατάστασης. Η πρώιμη κινητοποίηση μετά από τη χειρουργική επέμβαση, η ενδυνάμωση και η προστασία από υπερβολικές τάσεις στον επισκευασμένο τένοντα επιταχύνουν την αποκατάσταση. Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται τουλάχιστον 3 μήνες μετά το χειρουργείο και η επιστροφή στις αθλητικές δραστηριότητες στους 4 – 6 μήνες.