Βλαισός μέγας δάκτυλος

Ο βλαισός μέγας δάκτυλος, μια πάθηση γνωστή και ως «κότσι», είναι μια από τις πιο κοινές παραμορφώσεις του ποδιού. Στην πάθηση αυτή, η εγγύς φάλαγγα του μεγάλου δακτύλου αποκλίνει προς τα έξω με αποτέλεσμα το σχηματισμό εξόστωσης (κότσι) στην έσω πλευρά της 1ης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης. Σαν αποτέλεσμα, οι ασθενείς παραπονούνται για πόνο, ερυθρότητα, οίδημα και δυσκολία στη βάδιση, ιδιαίτερα όταν φορούν στενά παπούτσια.Ο βλαισός μέγας δάκτυλος είναι μια σχετικά συνηθισμένη πάθηση. Εμφανίζεται σε περίπου 23% των ενηλίκων ηλικίας 18 έως 65 ετών και έως 36% των ενηλίκων άνω των 65 ετών. Η ακριβής αιτιολογία δεν είναι πλήρως κατανοητή. Τείνει να συμβαίνει πιο συχνά στις γυναίκες και σε εκείνους που φορούν σφιχτά παπούτσια ή τακούνια. Σημαντικός φαίνεται να είναι και ο ρόλος της κληρονομικότητας. Με βάση τις ακτινογραφίες των ποδιών, και ανάλογα με τις γωνίες που σχηματίζονται ανάμεσα στα οστά, η πάθηση ταξινομείται σε ήπια, μέτρια και σοβαρή.

Η θεραπεία των ασθενών με βλαισό μέγα δάκτυλο είναι αρχικά συντηρητική. Ο στόχος της συντηρητικής θεραπείας είναι η διαχείριση των συμπτωμάτων και όχι η διόρθωση της πραγματικής παραμόρφωσης. Στα συντηρητικά μέτρα περιλαμβάνονται η χρήση φαρδιών παπουτσιών με χαμηλά τακούνια, η χρήση ορθοπαιδικών πάτων, η λήψη αναλγητικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, η παγοθεραπεία και οι διατάσεις.

Εάν υπάρχει αποτυχία θεραπείας, και ο ασθενής συνεχίσει να παραπονείται για πόνο, θα πρέπει να εξεταστεί η χειρουργική αντιμετώπιση. Έχουν περιγραφεί περισσότερες από 150 χειρουργικές επεμβάσεις για τη διόρθωση της παραμόρφωσης του βλαισού μεγάλου δακτύλου. Συνήθως ακολουθείται μια ανοιχτή προσπέλαση με αποτέλεσμα μια ουλή 3 – 5 cm. Ωστόσο, υπάρχουν νεότερες ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές που αυξάνονται σε δημοτικότητα.

Οι συνηθέστερες επεμβάσεις για το βλαισό μέγα δάκτυλο είναι οι διορθωτικές οστεοτομίες του πρώτου μεταταρσίου. Αυτές μπορούν να γίνουν σε διάφορες θέσεις και σχήματα. Η οστεοτομία μπορεί να γίνει κοντά στη βάση του μεταταρσίου (οστεοτομία βάσης), στη διάφυση (οστεοτομία διάφυσης) ή στον αυχένα (οστεοτομία κεφαλής). Η σταθεροποίηση των οστεοτομιών γίνεται με ειδικές βίδες. Ο ασθενής κινητοποιείται αμέσως μετά το χειρουργείο με τη χρήση ειδικού υποδήματος αποφόρτισης μεταταρσίων. Η συνηθέστερη είναι η οστεοτομία Chevron που γίνεται στην κεφαλή του πρώτου μεταταρσίου, με το αναφερόμενο ποσοστό ικανοποίησης των ασθενών να φτάνει το 80%.

Σε περίπτωση ήπιων παραμορφώσεων βλαισού μεγάλου δακτύλου μπορούν να μην πειραχτούν τα οστά και να γίνουν μόνο επεμβάσεις μαλακών μορίων. Σε αυτές τις επεμβάσεις αφαιρείται κατ’ αρχήν η εξόστωση (κότσι) και το περονιαίο σησαμοειδές.

Σε περίπτωση βαριάς οστεοαρθρίτιδας της 1ης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης όπου είναι απίθανο να ανακτηθεί η λειτουργία της άρθρωσης, μπορεί να πραγματοποιηθεί αρθρόδεση. Η επέμβαση αυτή συνήθως προορίζεται για ηλικιωμένους ασθενείς. Μετεγχειρητικά, έως και 81% των ασθενών είχαν ανακούφιση από τον πόνο. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό επιπλοκών φτάνει το 20%. Επιπλέον, οι ασθενείς συχνά παραπονιούνται για περιορισμένες επιλογές υποδημάτων, μεταταρσαλγία και δυσκαμψία στις αρθρώσεις.

Στις επιπλοκές της χειρουργικής επέμβασης περιλαμβάνονται η θυλακίτιδα, η σφυροδακτυλία του 2ου δακτύλου, η οστεοαρθρίτιδα της μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης, η μεταταρσαλγία, η υμενίτιδα και η απώλεια της διόρθωσης της παραμόρφωσης.