Βραχυμεταταρσία

Η βραχυμεταταρσία είναι μια κατάσταση κατά την οποία ένα από τα οστά στο μπροστινό μέρος του ποδιού (μετατάρσιο) είναι σημαντικά μικρότερο από τα άλλα. Αυτό συνήθως επηρεάζει και τα δύο πόδια και παρόλο που μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε από τα πέντε μετατάρσια, αφορά συχνότερα το τέταρτο μετατάρσιο.

Η πάθηση μπορεί να είναι συγγενής ή μπορεί να είναι οφείλεται σε επίκτητη παραμόρφωση μετά από τραύμα, λοίμωξη, όγκο, ακτινοβολία ή προηγούμενη χειρουργική επέμβαση. Η νόσος συνδέεται με διάφορα γενετικά σύνδρομα όπως τρισωμία 21 και σύνδρομο Turner. Η βραχυμεταταρσία έχει πολύ υψηλότερο επιπολασμό στις γυναίκες από τους άνδρες, σε αναλογία 25: 1. Τυπικά παρατηρείται στην πρώιμη παιδική ηλικία κατά την ανάπτυξη των οστών και η διάγνωση επιβεβαιώνεται εύκολα με ακτινογραφία.

Η πάθηση εμφανίζεται όταν το προσβεβλημένο μετατάρσιο αποτυγχάνει να αναπτυχθεί πλήρως ή γίνεται πρόωρη σύγκλειση της επιφυσιακής πλάκας. Τα άλλα μετατάρσια συνεχίζουν να αναπτύσσονται γύρω του, και το προσβεβλημένο δάκτυλο φαίνεται, συγκριτικά, βραχύτερο από το άλλα.

Κατά την επισκόπηση του άκρου ποδός, μπορεί να φαίνεται ότι το εμπλεκόμενο δάχτυλο, συχνά το τέταρτο δάκτυλο, είναι μικρότερο από τα γειτονικά δάχτυλα. Μερικές φορές μπορεί ακόμη και να φαίνεται σαν το τέταρτο δάχτυλο του ποδιού να σηκώνεται με τα γειτονικά δάχτυλα να αγγίζουν μερικές φορές από κάτω. Οι ασθενείς με βραχυμεταταρσία συχνά αναφέρουν πόνο και δυσκολία στη χρήση παπουτσιών. Συχνά ο πόνος και η παραμόρφωση μπορεί να επηρεάσουν τη βάδιση και άλλες δραστηριότητες, και να έχει αρνητικό ψυχολογικό αντίκτυπο λόγω της εμφάνισης του ποδιού. Συχνά αυτά τα προβλήματα είναι προοδευτικά καθώς το πόδι μεγαλώνει και αναπτύσσεται.

Για την αντιμετώπιση της πάθησης υπάρχουν τόσο συντηρητικές όσο και χειρουργικές επιλογές. Οι συντηρητικές μέθοδοι συνίστανται στη χρήση άνετων, φαρδιών και ψηλών υποδημάτων και στην αποφυγή δραστηριοτήτων που επιδεινώνουν το πρόβλημα και επιτείνουν τα συμπτώματα.

Υπάρχουν δύο χειρουργικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διόρθωση της παραμόρφωσης και την αποκατάσταση του μήκους του μεταταρσίου. Η πρώτη επιλογή,  περιλαμβάνει τη χρήση μοσχευμάτων. Πρόκειται για τεχνική ενός σταδίου όπου το μετατάρσιο κόβεται και φέρεται στο σωστό μήκος. Στη συνέχεια, εισάγεται δομικό οστικό μόσχευμα στο κενό ανάμεσα στα δύο κομμάτια του μεταταρσίου και συγκρατείται με πλάκα και βίδες. Μετά τη χειρουργική επέμβαση, συνίσταται ακινητοποίηση για 8 εβδομάδες ή έως ότου το οστικό μόσχευμα ενσωματωθεί/επουλωθεί αρκετά. Αυτή η τεχνική μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν το εμπλεκόμενο μετατάρσιο χρειάζεται επιμήκυνση ως 15 mm.

Η δεύτερη χειρουργική μέθοδος είναι η εφαρμογή εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Στη μέθοδο αυτή, το μετατάρσιο κόβεται και στη συνέχεια “διατείνεται” σε μήκος χρησιμοποιώντας μια τεχνική που ονομάζεται διατατική οστεογένεση. Γίνεται μια μικρή τομή στο εμπλεκόμενο μετατάρσιο και στη συνέχεια, εφαρμόζεται μίνι εξωτερική οστεοσύνθεση. Μετά την επέμβαση σε περίπου 7 ημέρες, ο ασθενής αρχίζει να γυρίζει σταδιακά ένα παξιμάδι στη συσκευή (καθημερινά), ανώδυνα, για να επιμηκύνει αργά το μετατάρσιο. Η επιμήκυνση γίνεται περίπου 1 mm την ημέρα μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό μήκος. Αυτό συνήθως διαρκεί περίπου 4 – 6 εβδομάδες με βάση το απαιτούμενο μήκος. Τότε, η μινι εξωτερική οστεοσύνθεση αφήνεται στη θέση της ενώ το νεοδημιουργημένο οστό επουλώνεται. Το τελευταίο βήμα είναι η αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης.