Νεύρωμα Morton

Το νεύρωμα Morton είναι μια συμπιεστική νευροπάθεια δακτυλικού νεύρου του μπροστινού μέρους του ποδιού που περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1935. Η νευροπάθεια οφείλεται κυρίως στη συμπίεση και τον ερεθισμό στην πελματιαία όψη του εγκάρσιου μετατάρσιου συνδέσμου. Δεν πρόκειται για πραγματικό νεύρωμα καθώς η πάθηση είναι εκφυλιστική παρά νεοπλασματική. Η πιο συνηθισμένη θέση για το νεύρωμα του Morton είναι μεταξύ του 2ου και του 3ου μεταταρσίου.
Τα μεσοδακτύλια νευρώματα εμφανίζονται ως αποτέλεσμα της συμπίεσης του δακτυλικού νεύρου στο περιφερικό άκρο του εγκάρσιου μετατάρσιου συνδέσμου κατά τη ραχιαία κάμψη των ποδιών. Οι συχνότερες αιτίες περιλαμβάνουν στενά υποδήματα, υπερέκταση των δακτύλων στα ψηλοτάκουνα παπούτσια, πλατυποδία, απόκλιση των δακτύλων, πάχυνση του εγκάρσιου μετατάρσιου συνδέσμου, τραύμα στο μπροστινό μέρος των ποδιών, αθλητικές δραστηριότητες υψηλής έντασης και παθήσεις των μεταταρσιοφαλαγγικών αρθρώσεων.
Το νεύρωμα Morton είναι συχνό στις μεσήλικες γυναίκες και η συχνότητα εμφάνισης είναι τουλάχιστον 5 φορές μεγαλύτερη στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Σπάνια μπορεί να επηρεαστούν και τα δύο πόδια.
Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα είναι ο πελματικός πόνος μεταξύ των κεφαλών των μεταταρσίων που επιδεινώνεται με το περπάτημα και τα σφιχτά, ψηλοτάκουνα παπούτσια και ανακουφίζεται με την ξεκούραση και την αφαίρεση των παπουτσιών. Οι ασθενείς περιγράφουν τον πόνο ως κάψιμο, μαχαιριά ή μυρμήγκιασμα. Μερικοί ασθενείς περιγράφουν την αίσθηση ότι περπατούν σε πέτρα ή μάρμαρο. Το μούδιασμα μεταξύ των δακτύλων εμφανίζεται σε λιγότερους από τους μισούς ασθενείς. Μετά από παρατεταμένο περπάτημα, ο πόνος μπορεί να αντανακλά στο πίσω μέρος του ποδιού ή να προκαλούνται κράμπες.
Η διάγνωση βασίζεται συνήθως στο ιστορικό και την κλινική εξέταση. Η ψηλάφηση του μεσοδακτύλιου χώρου μπορεί να αναπαράγει τα συμπτώματα. Μερικοί χειρουργοί εγχέουν τον μεσοδακτύλιο χώρο με διαγνωστική ένεση λιδοκαΐνης (1 – 2 ml). Οι ακτινογραφίες μπορούν να αποκλείσουν τυχόν οστικές μάζες, παραμορφώσεις, υπεξάρθρημα, εξάρθρημα ή αρθρίτιδα. Το υπερηχογράφημα είναι ένα χρήσιμο διαγνωστικό βοήθημα. Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να αποκλείσει άλλες παθολογίες.
Η θεραπεία είναι αρχικά συντηρητική. Η χρήση παπουτσιών με φαρδύ, μαλακό πέλμα, κορδόνια και χαμηλό τακούνι μπορεί να είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση της πίεσης στο νεύρο. Μερικοί χειρουργοί προτείνουν παπούτσια με σκληρή σόλα. Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως η αμιτριπτυλίνη και τα αντιεπιληπτικά φάρμακα όπως η γκαμπαπεντίνη μπορούν δυνητικά να χορηγηθούν για να μειώσουν τη σοβαρότητα του συμπτωμάτων. Οι ενέσεις στεροειδών και τοπικών αναισθητικών μπορούν περιστασιακά να βοηθήσουν, αλλά η επίδρασή τους είναι σπάνια μακροχρόνια. Το ποσοστό επιτυχίας της συντηρητικής αγωγής είναι 40 – 50%.
Αν η συντηρητική αντιμετώπιση αποτύχει, τότε η χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται για τη θεραπεία των ανθεκτικών περιπτώσεων. Το νεύρωμα αφαιρείται χρησιμοποιώντας ραχιαία ή πελματιαία προσπέλαση. Εναλλακτικά γίνεται διατομή του μεσομετατάρσιου συνδέσμου χωρίς την αφαίρεση του νευρώματος. Η ραχιαία προσπέλαση είναι καλύτερα ανεκτή από τους ασθενείς καθώς η πελματιαία ουλή μπορεί από μόνη της να είναι επώδυνη. Μετεγχειρητικά, χρησιμοποιείται κατάλληλο υπόδημα έως ότου αφαιρεθούν τα ράμματα σε περίπου 7 – 14 ημέρες.