Τενοντομεταφορά οπίσθιου κνημιαίου

Ο οπίσθιος κνημιαίος είναι ο πιο κεντρικός από όλους τους μυς των ποδιών και βρίσκεται στο εν τω βάθει οπίσθιο διαμέρισμα της κνήμης. Είναι ο βασικός σταθεροποιητικός μυς του ποδιού. Αιματώνεται από την οπίσθια κνημιαία αρτηρία, και η νεύρωση του γίνεται μέσω του κνημιαίου νεύρου. Εκφύεται από την έσω και οπίσθια επιφάνεια της κνήμης και της περόνης. Προσφύεται επίσης με το μεσόστεο υμένα, ο οποίος συνδέει με την κνήμη και την περόνη. Ο τένοντας του οπίσθιου κνημιαίου μυός κατέρχεται πίσω από το έσω σφυρό και καταλήγει διαιρούμενος σε 3 τμήματα, στο σκαφοειδές, το μέσο σφηνοειδές, το κυβοειδές, την πτέρνα και τη βάση του 2ου – 3ου και 4ου μεταταρσίου. Εκτός από τον βασικό σταθεροποιητικό ρόλο, ο οπίσθιος κνημιαίος συνεισφέρει στον υπτιασμό και την πελματιαία κάμψη του άκρου ποδός. Ο οπίσθιος κνημιαίος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της ποδικής καμάρας. Η δυσλειτουργία του οπίσθιου κνημιαίου, μπορεί να οδηγήσει σε πλατυποδία στους ενήλικες, καθώς και σε βλαισοποδία λόγω του υπερβολικού πρηνισμού του άκρου ποδός.

Η πτώση του άκρου ποδός είναι η κατάσταση στην οποία ο ασθενής αδυνατεί να εκτελέσει ραχιαία έκταση του άκρου ποδός δηλαδή να σηκώνει το πέλμα από το έδαφος, με αποτέλεσμα δυσκολία στη βάδιση. Οφείλεται σε νευροπάθεια του περονιαίου νεύρου (λόγω διαβητικής νευροπάθειας, συμπίεσης ή κάκωσης του νεύρου και δισκοκήλης) ή σε βλάβη του πρόσθιου κνημιαίου μυ. Αρχικά αντιμετωπίζεται συντηρητικά με ορθωτικούς νάρθηκες. Αν τα συμπτώματα παραμείνουν μετά από ένα χρόνο συντηρητικής θεραπείας, και το νεύρο δεν μπορεί να επισκευαστεί χειρουργικά, εφαρμόζεται χειρουργική θεραπεία η οποία περιλαμβάνει τη μεταφορά του τένοντα του οπισθίου κνημιαίου στη ραχιαία επιφάνεια του άκρου ποδός. Η επέμβαση αντενδείκνυται σε περίπτωση μεμονωμένης βλάβης του επιπολής περονιαίου νεύρου, αποδιοργάνωσης των οστών του ταρσού, ρίκνωσης του Αχίλλειου τένοντα, ανεπάρκειας του οπίσθιου κνημιαίου και επίκτητης πλατυποδίας.

Η επέμβαση γίνεται με γενική ή περιοχική αναισθησία και διαρκεί περίπου μία ώρα. Για την τενοντομεταφορά του οπίσθιου κνημιαίου, πραγματοποιούνται τομές στη ραχιαία επιφάνεια του ποδιού. Γίνεται λήψη του τένοντα, ο οποίος καθοδηγείται κάτω από το δέρμα και συγκρατείται με απορροφήσιμη βίδα ή άγκυρα στη ράχη του άκρου ποδός (έξω ή μέσο σφηνοειδές, βάση 2ου και 3ου μεταταρσίου, κυβοειδές). Ο τένοντας μπορεί να μεταφερθεί είτε μέσω του μεσόστεου υμένα είτε γύρω από την κνήμη. Ο τένοντας καθηλώνεται ελαφρά τεντωμένος για να μπορεί να εκτελέσει τη ραχιαία έκταση του άκρου ποδός, μόλις αυτός επουλωθεί.

Η διάρκεια νοσηλείας είναι μία ημέρα. Μετεγχειρητικά, οι ασθενείς βαδίζουν με βακτηρίες για 6 εβδομάδες, χωρίς να φορτίζουν το κάτω άκρο, μέχρι την επούλωση του τένοντα. Οι ασθενείς φέρουν κνημοποδικό νάρθηκα για 2 – 4 μήνες. Χρειάζονται αντιπηκτικές ενέσεις για 6 εβδομάδες για την πρόληψη της εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης. Η αφαίρεση των ραμμάτων γίνεται 2 εβδομάδες μετά την επέμβαση. Μετά τις 6 εβδομάδες ξεκινά πρόγραμμα φυσικοθεραπείας. Οι επιπλοκές της επέμβασης περιλαμβάνουν παραμόρφωση, πόνο και δυσκαμψία, λοιμώξεις, εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, σύνδρομο ταρσιαίου σωλήνα, νευρικές κακώσεις και νευροπαθητικό πόνο. Αν ο τένοντας καθηλωθεί με ανεπαρκή τάση, μπορεί να προκληθεί μειωμένη ραχιαία έκταση ή ιπποποδία.