Τενοντοελυτρίτιδα περονιαίων

Οι περονιαίοι μύες είναι τρείς: ο μακρός περονιαίος, ο βραχύς περονιαίος και ο τρίτος περονιαίος. Ο μακρός περονιαίος είναι ο πιο επιφανειακός μυς του έξω διαμερίσματος της κνήμης. Εκφύεται από την κεφαλή της περόνης, φέρεται γύρω από το έξω σφυρό επί της αύλακας των περονιαίων και καταφύεται στο έσω σφηνοειδές και το 1ο μετατάρσιο. Ο βραχύς περονιαίος εκφύεται από τα κατώτερα δυο τριτημόρια της περόνης, φέρεται κάτω από το έξω σφυρό, στην έξω επιφάνεια της πτέρνας και καταφύεται στη βάση του 5ου μεταταρσίου. Οι τένοντες του μακρού και του βραχύ περονιαίου φέρονται μαζί στην αύλακα των περονιαίων μέσα σε κοινό έλυτρο και καθηλώνονται στη θέση τους από τον άνω περονιαίο καθεκτικό σύνδεσμο. Και ο μακρός και ο βραχύς περονιαίος νευρώνονται από το επιπολής περονιαίο νεύρο. Η ενέργεια τους βοηθά στον πρηνισμό και την ραχιαία έκταση του άκρου ποδός.

Η τενοντοελυτρίτιδα των περονιαίων αποτελεί φλεγμονή των περονιαίων τενόντων και του κοινού τους ελύτρου. Πιο επιρρεπείς είναι οι αθλητές που εκτελούν επαναλαμβανόμενη κίνηση της ποδοκνημικής, όπως οι μαραθωνοδρόμοι. Οι αιτίες της τενοντοελυτρίτιδας περονιαίων είναι η υπέρχρηση, η ξαφνική αύξηση της έντασης της προπόνησης (ιδιαίτερα στο τρέξιμο και τα άλματα), οι ακατάλληλες τεχνικές προπόνησης και τα ακατάλληλα υποδήματα. Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η υψηλή ποδική καμάρα, και η μυϊκή ανισορροπία των κάτω άκρων.

Η τενοντοελυτρίτιδα των περονιαίων μπορεί είτε να είναι οξεία, δηλαδή να εμφανίζεται ξαφνικά ή μπορεί να είναι χρόνια, που σημαίνει ότι αναπτύσσεται με την πάροδο του χρόνου. Το συνηθέστερο σύμπτωμα είναι πόνος, οίδημα και ερυθρότητα στο πίσω μέρος του αστραγάλου που επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας και μειώνεται κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης. Επίσης μπορεί να παρατηρηθεί αστάθεια της ποδοκνημικής. Η μαγνητική τομογραφία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να αποκλείσει τυχόν ρήξεις, να εντοπίσει μη φυσιολογικό οίδημα ή ουλώδη ιστό και να βοηθήσει περαιτέρω στη διάγνωση.

Στη θεραπεία της τενοντοελυτρίτιδας περονιαίων περιλαμβάνεται η ανάπαυση και η αποφυγή της βάδισης ή οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας που μπορεί να επιδεινώσουν τον τραυματισμό έως ότου ο πόνος έχει φύγει. Σε περιπτώσεις έντονου πόνου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κνημοποδικοί νάρθηκες, παγοθεραπεία και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα που μπορούν να βοηθήσουν στην ανακούφιση από τον πόνο και το οίδημα. Η φυσικοθεραπεία είναι χρήσιμη, ιδιαίτερα οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης και βελτίωσης της ισορροπίας. Σε εμμένουσες περιπτώσεις, μπορούν να γίνουν εγχύσεις κορτιζόνης στους περονιαίους τένοντες, ωστόσο υπάρχει πιθανότητα ρήξης. Σπάνια, ως έσχατη λύση, και επί αποτυχίας της συντηρητικής αγωγής, εφαρμόζεται χειρουργική θεραπεία που περιλαμβάνει τον καθαρισμό των φλεγμαίνοντων ιστών.

Η χρόνια τενοντοελυτρίτιδα περονιαίων οδηγεί στο σχηματισμό ουλώδους ιστού που κάνει τους τένοντες πιο επιρρεπείς σε ρήξη. Επίσης, η ανεπάρκεια των τενόντων μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια ποδοκνημικής και πολλαπλά διαστρέμματα που μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο χόνδρο του αστραγάλου. Η πρόληψη της πάθησης περιλαμβάνει τη χρήση κατάλληλων υποδημάτων, τις διατάσεις του γαστροκνημίου και των λοιπών μυών.