Σύνδρομο ταρσιαίου σωλήνα

Ο ταρσιαίος σωλήνας είναι ένας στενός χώρος που βρίσκεται στην έσω επιφάνεια του αστραγάλου. Καλυμμένος με έναν παχύ σύνδεσμο (τον καθεκτικό σύνδεσμο των καμπτήρων) παρέχει προστασία στο κνημιαίο νεύρο, την οπίσθια κνημιαία αρτηρία, τον τένοντα του οπίσθιου κνημιαίου, τον τένοντα του μακρού καμπτήρα των δακτύλων και τον τένοντα του μακρού καμπτήρα του μεγάλου δακτύλου. Εάν ο ταρσιαίος σωλήνας στενέψει ή γίνει σφικτός, το κνημιαίο νεύρο σφίγγεται προκαλώντας πόνο και αιμωδίες. Παρόμοια με το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα που εμφανίζεται στον καρπό, τα συμπτώματα προκαλούνται με τη συμπίεση του κνημιαίου νεύρου, προκαλώντας πόνο στα σημεία που τροφοδοτεί το νεύρο – συνήθως στη φτέρνα και το πέλμα.

Τα συμπτώματα του συνδρόμου ταρσιαίου σωλήνα περιλαμβάνουν συνήθως αιμωδίες, κάψιμο, πόνο ή κράμπες στο πέλμα. Εμφανίζονται τη νύχτα, μετά από άσκηση αλλά και στην ανάπαυση. Ο πόνος στη φτέρνα είναι παρόμοιος με τον πόνο της πελματιαίας απονευρωσίτιδας. Εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί και μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη βλάβη του νεύρου. Επειδή στη διαφοροδιάγνωση του συνδρόμου εμπλέκονται και άλλες παθήσεις όπως η πελματιαία απονευρωσίτιδα, είναι απαραίτητη η σωστή αξιολόγηση της νευρικής συμμετοχής, ώστε να μπορεί να γίνει σωστή διάγνωση και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία.

Το σύνδρομο του ταρσιαίου σωλήνα προκαλείται από οποιαδήποτε κατάσταση προκαλεί συμπίεση στο κνημιαίο νεύρο. Η πιο συνηθισμένη αιτία είναι οι κιρσοί εντός του ταρσιαίου σωλήνα. Μπορεί να οφείλεται επίσης σε κύστη ή γάγγλιο, αρθρίτιδα ή τενοντίτιδα. Η πλατυποδία είναι ένας παράγοντας κινδύνου, επειδή η προς τα έξω κλίση της φτέρνας που εμφανίζεται στην πτώση της καμάρας μπορεί να προκαλέσει πίεση και συμπίεση στο νεύρο. Οι συστηματικές ασθένειες όπως ο διαβήτης, ο υποθυρεοειδισμός και η νεφρική ανεπάρκεια καθιστούν τα νεύρα πιο ευαίσθητα στον τραυματισμό.

Η διάγνωση τίθεται με την κλινική εξέταση η οποία μπορεί να αναδείξει απώλεια αισθητικότητας, μυϊκή αδυναμία των μυών του ποδιού, ευαισθησία του κνημιαίου νεύρου και πόνο στη ραχιαία έκταση της ποδοκνημικής. Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να αναδείξει τα αίτια της πίεσης του κνημιαίου νεύρου. Το ηλεκτρομυογράφημα μπορεί να αναδείξει τη βλάβη του νεύρου λόγω της συμπίεσης. Παρόλα αυτά, πολλές φορές, το σύνδρομο δεν ανιχνεύεται ούτε με το ηλεκτρομυογράφημα ούτε με τη μαγνητική τομογραφία.

Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει την αντιμετώπιση του υποκείμενου αίτιου, τη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, τη χρήση κηδεμόνων, τη χρήση κατάλληλων ορθοπαιδικών πάτων μετά από πελματογράφημα, τη φυσικοθεραπεία, καθώς και ενέσεις κορτιζόνης μέσα στον ταρσιαίο σωλήνα, υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση. Τις περισσότερες φορές και μετά από 6 μήνες αποτυχίας της συντηρητικής θεραπείας, απαιτείται χειρουργική επέμβαση για την απελευθέρωση του πιεσμένου νεύρου. Μια μικρή τομή γίνεται πίσω από το οστό του αστραγάλου, ανοίγεται το έλυτρο που περιβάλλει το νεύρο, το νεύρο διαχωρίζεται από την οπίσθια κνημιαία αρτηρία και φλέβα. Διερευνάται τόσο το κνημιαίο νεύρο όσο και οι κλάδοι του, και απελευθερώνεται από τα αίτια συμπίεσης του.

Στο 75% των ασθενών, η χειρουργική διάνοιξη του ταρσιαίου σωλήνα έχει άριστα αποτελέσματα και συνοδεύεται από αξιόλογη μείωση του πόνου. Η ανεπαρκής διάνοιξη του ταρσιαίου σωλήνα συχνά οδηγεί σε υποτροπή των συμπτωμάτων.