Ρήξη προσθίου χιαστού

Οι ρήξεις του προσθίου χιαστού συνδέσμου είναι σχετικά συνηθισμένοι τραυματισμοί στο γόνατο των αθλητών. Εμφανίζονται συχνότερα σε όσους ασχολούνται με αθλήματα που περιλαμβάνουν στροφές. Συνήθως οφείλονται σε ανέπαφους τραυματισμούς του γόνατος, κυρίως λόγω απότομων επιβραδύνσεων ή μετά από προσγείωση μετά από άλμα. Φαίνεται ότι οι γυναίκες τείνουν να έχουν υψηλότερο ποσοστό εμφάνισης ρήξης του προσθίου χιαστού από τους άνδρες.

Ο πρόσθιος χιαστός είναι ένας σύνδεσμος που βρίσκεται μέσα στο γόνατο και συνδέει το μηριαίο με την κνήμη. Θεωρείται ως μια από τις βασικότερες δομές στην άρθρωση του γόνατος, καθώς αντιστέκεται στην πρόσθια μετατόπιση της κνήμης και στις στροφικές δυνάμεις.

Η ρήξη του πρόσθιου χιαστού προκαλεί έντονο πόνο και άμεσο οίδημα στο γόνατο. Ο ασθενής νιώθει αίσθημα αστάθειας όταν φορτίζει το προσβεβλημένο γόνατο. Οι ρήξεις του πρόσθιου χιαστού συνοδεύονται συνήθως και από άλλους τραυματισμούς μέσα στο γόνατο, όπως ρήξεις μηνίσκων, ρήξεις έσω πλαγίου συνδέσμου, οστικό οίδημα, χόνδρινες βλάβες ή κακώσεις της οπίσθιας-έξω γωνίας.

Η διάγνωση τίθεται με τη μαγνητική τομογραφία του γόνατος. Η μαγνητική τομογραφία έχει το πλεονέκτημα να παρέχει μια σαφώς καθορισμένη εικόνα όλων των ανατομικών δομών του γόνατος. Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να διαγνώσει ρήξεις του προσθίου χιαστού με ακρίβεια μεγαλύτερη του 95%, όπως και να αποκαλύψει συνυπάρχουσες κακώσεις.

Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος είναι σημαντικός για τη διατήρηση της σταθερότητας της άρθρωσης του γόνατος. Το γόνατο γίνεται ασταθές μετά από ρήξη του προσθίου χιαστού και η άρθρωση μπορεί να καταστραφεί περισσότερο με την πάροδο του χρόνου.

Η ανακατασκευή του πρόσθιου χιαστού είναι η χειρουργική θεραπεία εκλογής για την αποκατάσταση της σταθερότητας της άρθρωσης του γόνατος. Η συντηρητική θεραπεία (κυρίως φυσικοθεραπεία και μυϊκή ενδυνάμωση) προτιμάται όταν ο ασθενής είναι άνω των 35 ετών,  δεν έχει άλλον ενδαρθρικό τραυματισμό και δεν είναι δραστήριος. Ενέχει όμως μεγαλύτερο κίνδυνο βλάβης των μηνίσκων και του αρθρικού χόνδρου λόγω της αστάθειας. Η χειρουργική θεραπεία προτιμάται όταν ο ασθενής είναι κάτω των 25 ετών, έχει έντονη πρόσθια μετατόπιση της κνήμης, επιπλέον ενδαρθρική βλάβη και είναι πολύ δραστήριος. Η πλειονότητα των ασθενών εμπίπτει σε αυτά τα δύο σύνολα κριτηρίων, επομένως η θεραπεία πρέπει πάντα να αξιολογείται σε ατομική βάση.

Οι τεχνικές ανακατασκευής ποικίλλουν όπως και τα μοσχεύματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Η επιλογή χειρουργικής αντιμετώπισης μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τα συμπτώματα του ασθενούς και το επίπεδο και τον τύπο δραστηριότητάς του, δηλαδή εάν το άθλημα περιλαμβάνει στροφικές κινήσεις. Η ανακατασκευή του προσθίου χιαστού γίνεται αρθροσκοπικά, με 2 – 3 μικρές τομές γύρω από το γόνατο. Αρχικά επιλέγεται το μόσχευμα που θα χρησιμοποιηθεί, το οποίο συνήθως είναι αυτομόσχευμα από τους οπίσθιους μηριαίους ή τον επιγονατιδικό τένοντα του ασθενούς. Μέσω κατάλληλων εργαλείων και οστικών τούνελ, το μόσχευμα τοποθετείται μέσα στο γόνατο και καθηλώνεται με ράμματα ή απορροφήσιμες καρφίδες.

Μετεγχειρητικά, απαιτείται κατάλληλο φυσικοθεραπευτικό πρόγραμμα. Η επάνοδος στην άθληση θα πρέπει να γίνει στους 6 – 9 μήνες μετά τη χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για να ενσωματωθεί το μόσχευμα στο οστό. Στις επιπλοκές της επέμβασης περιλαμβάνεται η χαλάρωση του μοσχεύματος, η λοίμωξη, η αρθροΐνωση, η αλγοδυστροφία και προβλήματα από την περιοχή που λήφθηκε το μόσχευμα.