Αστάθεια επιγονατίδας

Η επιγονατίδα είναι το μεγαλύτερο σησαμοειδές οστό του ανθρωπίνου σώματος και συνδέει τον τένοντα του τετρακεφάλου και τον επιγονατιδικό τένοντα. Μέσω της άρθρωσής της με τη μηριαία τροχιλία, σχηματίζεται η επιγονατιδομηριαία άρθρωση, η οποία σταθεροποιείται από συνδέσμους, τον αρθρικό θύλακο και τις γειτονικές μυϊκές ομάδες.

Η αστάθεια της επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης μπορεί να προκύψει με δυο τρόπους. Μπορεί να αναπτυχθεί μετά από εξάρθρημα της επιγονατίδας στην οποία οι έσω σταθεροποιητές του γόνατος τεντώνονται ή υφίστανται ρήξη, γεγονός που τελικά μπορεί να οδηγήσει σε επαναλαμβανόμενα εξαρθρήματα της επιγονατίδας. Ο άλλος τρόπος οφείλεται σε ανατομική ανωμαλία της άρθρωσης του γόνατος (συνηθέστερα δυσπλασία της τροχιλίας, υψηλή επιγονατίδα, βλαισογονία και μετατόπιση του κνημιαίου κυρτώματος προς τα έξω). Σημαντικοί προδιαθεσικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην αστάθεια της επιγονατιδομηριαίας είναι τα ανάκυρτα γόνατα και τα σύνδρομα υπερχαλαρότητας των συνδέσμων όπως είναι το σύνδρομο Ehlers-Danlos και το σύνδρομο Marfan. Η χρόνια αστάθεια της επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης και τα καθ’ έξιν εξαρθρήματα μπορούν να οδηγήσουν σε προοδευτική βλάβη του χόνδρου και αρθρίτιδα.

Ασθενείς με αστάθεια της επιγονατιδομηριαίας πάσχουν από πόνο στο πρόσθιο τμήμα του γόνατος και επεισόδια μηχανικής αστάθειας. Ο πόνος μπορεί να επιδεινωθεί από δραστηριότητες όπως το ανέβασμα και το κατέβασμα από τις σκάλες, αθλήματα που περιλαμβάνουν τρέξιμο, άλματα και αλλαγές κατεύθυνσης. Η διάγνωση γίνεται με τη λήψη ιστορικού, την κλινική εξέταση και απεικονιστικές εξετάσεις όπως ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία του γόνατος.

Η αρχική συντηρητική θεραπεία συνήθως έχει διάρκεια 3 – 6 μήνες. Περιλαμβάνει κυρίως φυσικοθεραπεία η οποία αποσκοπεί στη μυϊκή ενδυνάμωση του τετρακεφάλου (κυρίως του έσω πλατύ μυ) και την ανάπτυξη της ιδιοδεκτικότητας. Εάν αποτύχει, μπορούν να εφαρμοστούν χειρουργικές επιλογές. Οι χειρουργικές επεμβάσεις είναι οι εξής: α) Χειρουργική απελευθέρωση των έξω καθεκτικών συνδέσμων (lateral release): ο στόχος αυτής της επέμβασης, που πραγματοποιείται αρθροσκοπικά, είναι να απελευθερώσει τους σφιχτούς έξω επιγονατιδομηριαίους συνδέσμους που τραβούν την επιγονατίδα από τη μηριαία τροχιλία προκαλώντας αυξημένη πίεση στον χόνδρο και εξάρθρωση. β) Ανακατασκευή του MPFL (έσω επιγονατιδομηριαίος σύνδεσμος): σε αυτήν την αρθροσκοπική επέμβαση, ο σκισμένος MPFL αφαιρείται και ανακατασκευάζεται χρησιμοποιώντας αυτομοσχεύματα από τους οπίσθιους μηριαίους, που στερεώνονται στον επιγονατιδικό τένοντα με βίδες. γ) Οστεοτομία μεταφοράς του κνημιαίου κυρτώματος: Το κνημιαίο κύρτωμα είναι ένα οστέινο εξόγκωμα της κνήμης πάνω στο οποίο καταφύεται ο επιγονατιδικός τένοντας. Σε αυτήν τη χειρουργική επέμβαση, το κνημιαίο κύρτωμα μεταφέρεται προς το κέντρο της κνήμης και επαναστερεώνεται με δύο βίδες. Οι βίδες συγκρατούν το οστό στη θέση τους και επιτρέπουν ταχύτερη επούλωση και εμποδίζουν την επιγονατίδα να γλιστρήσει έξω από το αυλάκι. δ) Στη σπάνια περίπτωση όπου η μηριαία τροχιλία είναι πολύ ρηχή, μπορεί να αντιμετωπιστεί με πλαστική της μηριαίας τροχιλίας, ώστε αυτή να βαθύνει.

Όλες αυτές οι χειρουργικές επεμβάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν με γενική ή περιοχική αναισθησία. Μετεγχειρητικά τοποθετείται μηροκνημικός νάρθηκας. Η κοπή των ραμμάτων γίνεται 15 ημέρες μετά το χειρουργείο. Οι επιπλοκές είναι σπάνιες δεν ξεπερνούν το 1% των περιπτώσεων.