Αρθροσκοπική Αρθρόδεση Υπαστραγαλικής Άρθρωσης

Η υπαστραγαλική άρθρωση, επίσης γνωστή και ως η αστραγαλοπτερνική άρθρωση, είναι μια άρθρωση του άκρου ποδός που συνδέει τον αστράγαλο και την πτέρνα. Η άρθρωση επιτρέπει υπτιασμό και πρηνισμό του άκρου ποδός, αλλά παίζει ελάχιστο ρόλο στη ραχιαία έκταση ή την πελματιαία κάμψη του άκρου ποδός. Η υπαστραγαλική άρθρωση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στην αρθρίτιδα, ειδικά όταν είχε προηγουμένως επηρεαστεί από διαστρέμματα ή κατάγματα πτέρνας ή αστραγάλου. Τα συμπτώματα της αρθρίτιδας της υπαστραγαλικής άρθρωσης περιλαμβάνουν πόνο κατά τη βάδιση, απώλεια του εύρους κίνησης της άρθρωσης και δυσκολία στο περπάτημα σε ανώμαλες επιφάνειες. Η φυσικοθεραπεία, η χρήση πάτων και κηδεμόνων και η χειρουργική επέμβαση είναι οι κύριες θεραπευτικές επιλογές.

Η αρθρόδεση της υπαστραγαλικής άρθρωσης είναι μια επέμβαση που ενδείκνυται για την ανακούφιση του πόνου της υπαστραγαλικής άρθρωσης, όπως σε μετα-τραυματική οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, επίκτητη πλατυποδία ενηλίκων και άλλες διαταραχές. Η ανοιχτή υπαστραγαλική αρθρόδεση, με ή χωρίς τη χρήση οστικών μοσχευμάτων, πραγματοποιείται με προβλέψιμα αποτελέσματα και υψηλά ποσοστά επιτυχίας, αλλά υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τις νευρικές βλάβες που επηρεάζουν την ιδιοδεκτικότητα και την τοπική αγγείωση λόγω ευρείων χειρουργικών προσπελάσεων. Η αρθροσκοπική υπαστραγαλική αρθρόδεση κερδίζει δημοτικότητα με ποσοστά επιτυχίας πάνω από το 90% των περιπτώσεων, με συντομότερο χρόνο επούλωσης, απλούστερη μετεγχειρητική πορεία και λιγότερες επιπλοκές σε σύγκριση με την ανοιχτή χειρουργική επέμβαση.

Με σκοπό την πρόληψη των επιπλοκών και τον περιορισμό της νοσηρότητας που σχετίζεται με την ανοικτή χειρουργική προσπέλαση, αναπτύχθηκαν αρθροσκοπικές τεχνικές για την υπαστραγαλική αρθρόδεση. Η πρόσβαση στην άρθρωση γίνεται από μικρές αρθροσκοπικές πύλες, μήκους ελάχιστων χιλιοστών. Αρχικά περιγράφηκαν προσπελάσεις από την έξω πλευρά με τον ασθενή σε πλάγια θέση. Οι περισσότερες από τις διαθέσιμες μελέτες, ωστόσο, επικεντρώθηκαν σε μια τεχνική χρησιμοποιώντας οπίσθιες πύλες με τον ασθενή σε πρηνή θέση. Με τη χρήση κατάλληλων εργαλείων αφαιρείται ο χόνδρος από τις αρθρικές επιφάνειες, οι οποίες εκτραχύνονται μέχρι αιμάσσοντος οστού και στη συνέχεια ο αστράγαλος και η πτέρνα φέρονται στην επιθυμητή θέση ανάταξης. Ανεξάρτητα από την χρησιμοποιούμενη αρθροσκοπική τεχνική, η στερέωση προσαρμόζεται με δύο αυλοφόρες βίδες που εισάγονται στην πτέρνα και τον αστράγαλο. Η στερέωση με μία μόνο βίδα αυξάνει τον κίνδυνο ψευδάρθρωσης λόγω περιστροφικών κινήσεων και επομένως δεν συνιστάται. Αν χρειάζεται τοποθετούνται και οστικά μοσχεύματα που θα βοηθήσουν στην επούλωση. Η θέση της αρθρόδεσης και των βιδών ελέγχεται με ακτινογραφίες μέσα στη χειρουργική αίθουσα.

Ανατομικές και κλινικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι η αρθροσκοπική υπαστραγαλική αρθρόδεση έχει αξιόπιστα αποτελέσματα στην προετοιμασία των αρθρικών επιφανειών και υψηλά ποσοστά πώρωσης, με μικρή νοσηρότητα και ταχεία αποκατάσταση των ασθενών. Οι ασθενείς αποκτούν κάποιου βαθμού δυσκαμψία στο πόδι αλλά ανακουφίζονται από τον πόνο. Η αρθροσκοπική υπαστραγαλική αρθρόδεση μπορεί να πραγματοποιηθεί ως χειρουργείο ημέρας. Τα ράμματα κόβονται 15 ημέρες μετά το χειρουργείο. Συνήθως απαιτείται αποφόρτιση του χειρουργημένου ποδιού και χρήση κνημοποδικού νάρθηκα για 4 – 6 εβδομάδες.