Αρθροπλαστική Ποδοκνημικής

Η ολική αρθροπλαστική ποδοκνημικής είναι μια χειρουργική επέμβαση που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σοβαρής αρθρίτιδας της ποδοκνημικής, εναλλακτικά της αρθρόδεσης. Η αρθρίτιδα της ποδοκνημικής μπορεί να είναι πρωτοπαθής και να οφείλεται σε φυσιολογική φθορά λόγω γήρανσης ή δευτεροπαθής μετά από τραυματισμό όπως κάταγμα ή εξάρθρημα της ποδοκνημικής. Η αρθρίτιδα τελικά οδηγεί σε απώλεια του χόνδρου των αρθρικών επιφανειών, πόνο ή / και παραμόρφωση.

Στην ολική αρθροπλαστική ποδοκνημικής, η άρθρωση της ποδοκνημικής αφαιρείται και αντικαθίσταται με ένα τεχνητό εμφύτευμα από μέταλλο και πλαστικό. Ο στόχος της επέμβασης είναι να παρέχει ανακούφιση από τον πόνο διατηρώντας παράλληλα την κίνηση της ποδοκνημικής και την καλύτερη λειτουργία της άρθρωσης κατά τη διάρκεια των καθημερινών δραστηριοτήτων. Η επέμβαση χρησιμοποιείται όταν έχουν αποτύχει όλα τα άλλα μέτρα συντηρητικής θεραπείας της αρθρίτιδας της ποδοκνημικής, συμπεριλαμβανομένων των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, των κηδεμόνων, της φυσικοθεραπείας, της τροποποίησης των δραστηριοτήτων και των ενδαρθρικών ενέσεων.

Η αρθροπλαστική της ποδοκνημικής δεν συνιστάται σε περιπτώσεις σοβαρής παραμόρφωσης, οστεονέκρωσης του αστραγάλου ή σε περίπτωση σοβαρής οστεοπόρωσης που το οστό είναι πολύ μαλακό για να στηριχθεί η άρθρωση. Άλλες αντενδείξεις είναι το ιστορικό εν τω βάθει λοιμώξεων της ποδοκνημικής, οι διαταραχές της αισθητικότητας, η δυσλειτουργία των μυών των ποδιών, η αρθροπάθεια Charcot και η κακή αιματική ροή στην περιοχή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αρθρόδεση της ποδοκνημικής μπορεί να είναι μια καλύτερη επιλογή για την ανακούφιση του πόνου.

Η αρθροπλαστική της ποδοκνημικής πραγματοποιείται είτε υπό γενική είτε υπό περιοχική αναισθησία. Μέσω δερματικών τομών, αφαιρούνται τα οστά και τοποθετούνται τα μεταλλικά και πλαστικά εμφυτεύματα που αναδημιουργούν την άρθρωση της ποδοκνημικής. Μετεγχειρητικά εφαρμόζεται κνημοποδικός νάρθηκας. Η νοσηλεία έχει διάρκεια μερικών ημερών.

Η αποκατάσταση μετά από αρθροπλαστική ποδοκνημικής απαιτεί μια περίοδο εβδομάδων όπου θα εφαρμόζεται κνημοποδικός νάρθηκας και το σκέλος δεν φορτίζεται προκειμένου να μπορέσουν τα εμφυτεύματα να σταθεροποιηθούν. Η αυστηρή ανύψωση του σκέλους για πολλές ημέρες μετά την επέμβαση είναι απαραίτητη για τον έλεγχο του οιδήματος και τη βελτίωση της επούλωσης των τραυμάτων. Μετά την αφαίρεση των ραμμάτων (15 ημέρες μετά το χειρουργείο) και αφού επουλωθούν τα χειρουργικά τραύματα, οι ασθενείς μπορούν να αρχίσουν να εργάζονται σε ήπιες δραστηριότητες εύρους κίνησης χωρίς φόρτιση. Η σταδιακή φόρτιση του χειρουργημένου άκρου αρχίζει συνήθως μερικές εβδομάδες μετά τη χειρουργική επέμβαση εφόσον οι ακτινογραφίες δείχνουν καλή επούλωση.

Αν και η αρθρόδεση της ποδοκνημικής έχει θεωρηθεί ως η θεραπεία εκλογής για τη συμπτωματική αρθρίτιδα τελικού σταδίου, οι πρόσφατες βελτιώσεις στο σχεδιασμό και τα εμφυτεύματα της αρθροπλαστικής αύξησαν το ενδιαφέρον για την ολική αρθροπλαστική της ποδοκνημικής. Ενώ τα συστήματα αρθροπλαστικής πρώτης γενιάς είχαν υψηλά ποσοστά αστοχίας λόγω των τεχνικών του τσιμέντου ή σχεδιαστικών ελαττωμάτων, οι νεότερες γενιές αρθροπλαστικών ποδοκνημικής έχουν εισαγάγει βελτιωμένες ανατομικές και χειρουργικές τεχνικές. Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν πολλά υποσχόμενα, με βελτιωμένα λειτουργικά αποτελέσματα σε σχέση με την αρθρόδεση της ποδοκνημικής. Ωστόσο, τα ποσοστά επιπλοκών εξακολουθούν να είναι σημαντικά και η επέμβαση πρέπει να περιορίζεται σε κατάλληλα ενδεικνυόμενους ασθενείς.

Η επιβίωση της ολικής αρθροπλαστικής ποδοκνημικής είναι 70 – 90% για 10 έτη. Το προεγχειρητικό εύρος κίνησης της άρθρωσης είναι ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας επιτυχίας της αρθροπλαστικής. Στις επιπλοκές της αρθροπλαστικής ποδοκνημικής περιλαμβάνονται η εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, η νευραγγειακή βλάβη, το περιπροθετικό κάταγμα, οι επιφανειακές ή εν τω βάθει λοιμώξεις και η χαλάρωση των εμφυτευμάτων. Η συχνότητα αυτών των επιπλοκών είναι αυξημένη σε ασθενείς που καπνίζουν, σε διαβητικούς και σε πάσχοντες από ρευματοειδή αρθρίτιδα.