Σύνδρομο Πρόσκρουσης

Το σύνδρομο υπακρωμιακής πρόσκρουσης είναι η πιο συνηθισμένη διαταραχή του ώμου, αντιπροσωπεύοντας το 44 – 65% όλων των αιτιών ωμαλγίας. Αποτελεί την κατάσταση στην οποία το στροφικό πέταλο προσκρούεται στην επιφάνεια του ακρωμίου. Περιλαμβάνει ένα φάσμα υπακρωμιακών παθολογιών, συμπεριλαμβανομένων μερικών ρήξεων του στροφικού πετάλου, τενοντοπάθειας του στροφικού πετάλου, ασβεστοποιού τενοντίτιδας και υπακρωμιακής θυλακίτιδας.

Το σύνδρομο πρόσκρουσης προσβάλλει όλους τους υπακρωμιακούς ιστούς ως αποτέλεσμα της μείωσης του υπακρωμιακού χώρου. Οι μηχανισμοί της τενοντοπάθειας του στροφικού πετάλου έχουν περιγραφεί κλασικά ως εξωγενείς, ενδογενείς ή συνδυασμοί και των δύο. Στην ενδογενή πρόσκρουση, οι ρήξεις του στροφικού πετάλου συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της εκφυλιστικής διαδικασίας που συμβαίνει με την πάροδο του χρόνου λόγω υπέρχρησης, υπερφόρτισης ή τραυματισμού των τενόντων. Οι συνεχείς επαναλαμβανόμενες κινήσεις του χεριού πάνω από το επίπεδο του ώμου προκαλεί σταδιακή φθορά της άρθρωσης. Στην εξωγενή πρόσκρουση η φλεγμονή και η εκφύλιση του τένοντα συμβαίνει ως αποτέλεσμα μηχανικής συμπίεσης από δομές εξωτερικές του τένοντα, όπως το πρόσθιο ακρώμιο, οι κορακοακρωμιακοί σύνδεσμοι και η ακρωμιοκλειδική άρθρωση.

Αν και τα συμπτώματα πρόσκρουσης μπορεί να προκύψουν μετά από τραύμα, ο πόνος συνήθως αναπτύσσεται ύπουλα για μια περίοδο εβδομάδων έως μηνών. Ο πόνος συνήθως εντοπίζεται στην πρόσθια – πλάγια επιφάνεια του ακρωμίου και συχνά αντανακλά στην εξωτερική επιφάνεια του βραχίονα. Ο πόνος είναι πιο έντονος στις 60 – 120ο απαγωγής, και ο ασθενής δυσκολεύεται να σηκώσει το χέρι του λόγω έντονου πόνου (επώδυνο τόξο απαγωγής). Οι ασθενείς συνήθως παραπονούνται για πόνο τη νύχτα, που επιδεινώνεται όταν ξαπλώνουν στον πάσχοντα ώμο. Οι φυσιολογικές καθημερινές δραστηριότητες, όπως το χτένισμα των μαλλιών ή το άνοιγμα ενός ντουλαπιού, γίνονται οδυνηρές. Η αδυναμία και η δυσκαμψία μπορεί επίσης να αντιμετωπιστούν, αλλά συνήθως οφείλονται στον πόνο.

Οι ακτινογραφίες του ώμου μπορούν να απεικονίσουν χαρακτηριστικές αλλαγές της νόσου όπως υπακρωμιακά οστεόφυτα, υπακρωμιακή σκλήρυνση, κυστικές αλλοιώσεις του μείζονος βραχιονίου ογκώματος και μείωση της υπακρωμιακής απόστασης. Η μαγνητική τομογραφία παρέχει λεπτομέρειες για πιθανές θέσεις υπακρωμιακής πρόσκρουσης, οστεοποίηση του κορακοακρωμιακού συνδέσμου υπακρωμιακή θυλακίτιδα και την παρουσία υγρού.

Η αρχική θεραπεία του συνδρόμου πρόσκρουσης είναι συντηρητική και περιλαμβάνει αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα, την ακινητοποίηση του ώμου, τη φυσικοθεραπεία με επιθετική ενδυνάμωση του στροφικού πετάλου, τις ενέσεις στεροειδών και τις ενέσεις με PRP.

Σε περίπτωση αποτυχίας της συντηρητικής θεραπείας για χρονικό διάστημα 4 – 6 μηνών, εφαρμόζεται χειρουργική αγωγή. Αυτή περιλαμβάνει την αρθροσκοπική υπακρωμιακή αποσυμπίεση / ακρωμιοπλαστική. Μέσα από μερικές μικρές οπές μεγέθους μερικών mm, με τη χρήση κατάλληλων εργαλείων ξυρίζεται η κάτω επιφάνεια του ακρωμίου και έτσι διευρύνεται ο υπακρωμιακός χώρος. Πολλοί χειρουργοί ώμου συνδυάζουν την υπακρωμιακή αποσυμπίεση με καθαρισμό της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης. Η επέμβαση γίνεται υπό γενική ή περιοχική αναισθησία και διαρκεί 30 λεπτά. Ο ασθενής μπορεί να βγει από το νοσοκομείο λίγες ώρες μετά το χειρουργείο. Ο ώμος είναι ακινητοποιημένος με μια απλή ανάρτηση για λίγες μέρες, η αποκατάσταση είναι ταχεία και εντός 15 ημερών, ο ασθενής μπορεί να επανέλθει στις καθημερινές ασχολίες.