Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα αποτελεί μια από τις πιο συνηθισμένες πιεστικές νευροπάθειες. Συμβαίνει όταν το νεύρο που διασχίζει το μπροστινό μέρος του καρπού (μέσο νεύρο) παγιδεύεται προκαλώντας πόνο, μούδιασμα, μυρμήγκιασμα και αδυναμία στο χέρι και τα δάχτυλα. Στον καρπό, το μέσο νεύρο διέρχεται μέσα από τον καρπιαίο σωλήνα, ένα στενό κανάλι στον καρπό εντός του οποίου φέρονται οι καμπτήρες τένοντες του χεριού. Εάν αυτοί οι τένοντες είναι πρησμένοι, το μέσο νεύρο συμπιέζεται και παγιδεύεται, προκαλώντας πόνο και μούδιασμα στον αντίχειρα, το δείκτη και το μέσο δάκτυλο. Τα συμπτώματα εντείνονται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σε προχωρημένα στάδια παρατηρείται και ατροφία των μυών του θέναρος. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με τη χρήση ηλεκτρομυογραφήματος που επιβεβαιώνει την πιεστική νευροπάθεια του μέσου νεύρου.

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μπορεί να επηρεάσει ως και το 10% του πληθυσμού. Η συχνότερη ηλικία είναι τα 30 – 60 έτη, ενώ οι γυναίκες προσβάλλονται ως και 5 φορές περισσότερο από τους άνδρες. Στους προδιαθεσικούς παράγοντες περιλαμβάνονται η παχυσαρκία, η κύηση, ο υποθυρεοειδισμός, ο σακχαρώδης διαβήτης, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, το κάπνισμα και οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις του καρπού σε κάμψη (τέννις, ποδηλασία, χρήστες αναπηρικού αμαξιδίου). Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μπορεί να εμφανιστεί και οξέως, μετά από κάταγμα της περιφερικής κερκίδας. Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.

Η αρχική συντηρητική θεραπεία του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, τη χρήση νυκτερινού πηχεοκαρπικού νάρθηκα, τη φυσικοθεραπεία και την ένεση στεροειδών.

Εάν η συντηρητική θεραπεία για το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα δεν είναι επιτυχής, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική απελευθέρωση του καρπιαίου σωλήνα. Η επέμβαση αυτή γίνεται υπό τοπική αναισθησία και διαρκεί περίπου 20 λεπτά. Πραγματοποιείται μικρή τομή, περίπου 3 cm, στην παλαμιαία επιφάνεια της πηχεοκαρπικής. Στη συνέχεια, κόβεται ο εγκάρσιος σύνδεσμος που σχηματίζει την οροφή του καρπιαίου σωλήνα, ανακουφίζοντας την πίεση στο μέσο νεύρο. Η τομή κλείνεται με ράμματα και γίνεται επίδεση της πηχεοκαρπικής με ελαστικούς επιδέσμους. Η επέμβαση μπορεί να γίνει και ενδοσκοπικά – εισάγοντας μια μικροσκοπική κάμερα στον καρπιαίο σωλήνα και να κοπεί ο εγκάρσιος σύνδεσμος με ειδικά εργαλεία.

Η χειρουργική απελευθέρωση του καρπιαίου σωλήνα είναι χειρουργείο ημέρας, οπότε οι ασθενείς μπορούν να επιστρέψουν στο σπίτι, 1 – 2 ώρες μετά το χειρουργείο. Μετά την αφαίρεση των ραμμάτων, στις 2 εβδομάδες μετά το χειρουργείο, ξεκινούν οι ασκήσεις και η φυσικοθεραπεία, για την ανάκτηση της κίνησης του καρπού. Οι περισσότεροι άνθρωποι επιστρέφουν στις καθημερινές δραστηριότητες 2 – 3 εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του καρπιαίου σωλήνα. Η πρότερη μυϊκή ισχύς του καρπού αποκαθίσταται στους 3 μήνες μετά το χειρουργείο.

Στις επιπλοκές της επέμβασης περιλαμβάνονται η μετεγχειρητική φλεγμονή, οι αιμωδίες των δακτύλων, η ευαισθησία της περιοχής της χειρουργικής τομής.