Πλατυποδία

H πλατυποδία είναι η κατάσταση στην οποία παρατηρείται ελάττωση του ύψους η / και πλήρης εξαφάνιση της ποδικής καμάρας. Μπορεί να εμφανιστεί στην ενήλικη ζωή λόγω τραυματισμού, παρατεταμένης καταπόνησης του άκρου ποδός, διαταραχής της εμβιομηχανικής ή ως μέρος της φυσιολογικής διαδικασίας γήρανσης. Η συχνότητα της στο γενικό πληθυσμό είναι μεγάλη και μπορεί να φτάσει το 30%. Είναι πιο συνηθισμένη σε γυναίκες άνω των 40 ετών. Οι γνωστοί παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την παχυσαρκία, την υπέρταση και τον διαβήτη. Η πλατυποδία μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε έγκυες γυναίκες ως αποτέλεσμα της προσωρινής αυξημένης ελαστικότητας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η πλατυποδία ταξινομείται σε 2 τύπους: Χαλαρή πλατυποδία και δύσκαμπτη πλατυποδία. Εάν ένας ενήλικας εμφανίσει επιπέδωση της ποδικής καμάρας κατά την πλήρη φόρτιση σε όρθια θέση, αλλά η καμάρα επανεμφανίζεται όταν το άτομο κάμπτει το άκρο πόδι ή εκτείνει τα δάχτυλα των ποδιών, αυτή η κατάσταση ονομάζεται εύκαμπτη ή χαλαρή πλατυποδία. Δεν πρόκειται για αληθή επιπέδωση της ποδικής καμάρας, και η κλινική εικόνα οφείλεται στον υπερβολικό πρηνισμό του άκρου ποδός. Η μυϊκή ενδυνάμωση των μυών των ποδιών είναι χρήσιμη και συχνά οδηγεί σε αύξηση του ύψους της ποδικής καμάρας ανεξάρτητα από την ηλικία.

Η διάγνωση της πλατυποδίας είναι εύκολη και μπορεί να βασιστεί στην επισκόπηση της εξάλειψης της ποδικής καμάρας στην όρθια θέση. Αν ο ασθενής σταθεί στις μύτες των ποδιών, η παραμόρφωση θα διορθωθεί όταν πρόκειται για χαλαρή πλατυποδία ή σε ένα παιδί με χαλαρές αρθρώσεις. Αυτή η διόρθωση δεν παρατηρείται σε ενήλικες με δύσκαμπτη πλατυποδία. Μια εύκολη και παραδοσιακή κλινική δοκιμασία είναι το τεστ «υγρού αποτυπώματος», η οποία πραγματοποιείται διαβρέχοντας τα πόδια του ασθενούς σε νερό. Στη συνέχεια ο ασθενής στέκεται σε μια ομαλή, επίπεδη επιφάνεια όπως λείο σκυρόδεμα ή λεπτό χαρτόνι. Συνήθως, όσο μεγαλύτερο είναι το αποτύπωμα που αφήνει το πόδι, τόσο σοβαρότερη είναι η πλατυποδία. Στην απλή ακτινογραφία των άκρων ποδών σε όρθια θέση, η πλατυποδία μπορεί να διαγνωστεί και να ταξινομηθεί ως προς τη βαρύτητα της νόσου.

Στους περισσότερους ασθενείς η χαλαρή πλατυποδία είναι ασυμπτωματική και δεν προκαλεί πόνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Παλαιότερα, η πλατυποδία ήταν λόγος απαλλαγής από στρατιωτικές υποχρεώσεις. Έκτοτε όμως έχει αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει κλινική διαφορά με τους φυσιολογικούς ενήλικες.

Η δύσκαμπτη πλατυποδία είναι μια κατάσταση στην οποία η ποδική καμάρα είναι άκαμπτα επιπεδωμένη ακόμη και όταν ένα άτομο δεν στέκεται, συχνά υποδηλώνοντας ένα σημαντικό πρόβλημα στα οστά των προσβεβλημένων ποδιών και μπορεί να προκαλέσει πόνο περίπου στο 25% των ασθενών. Τέτοιες καταστάσεις που προκαλούν δύσκαμπτη πλατυποδία είναι η συνοστέωση των οστών του ταρσού και το επικουρικό σκαφοειδές. Οι παθήσεις αυτές αναγνωρίζονται στις απλές ακτινογραφίες και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα στην εφηβεία. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα επίσης είναι μια πάθηση που μπορεί να καταστρέψει τους τένοντες του άκρου ποδός και να προκαλέσει πρώιμη αρθρίτιδα. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να χρειαστεί και αρθρόδεση της ποδοκνημικής.

Η θεραπεία της πλατυποδίας ενδείκνυται αν προκαλείται πόνος στα πόδια ή στα πέλματα ή εάν η κατάσταση επηρεάζει τα γόνατα ή την οσφυϊκή χώρα. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές ασκήσεις των άκρων ποδών. Σε περιπτώσεις σοβαρής πλατυποδίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν ειδικοί πάτοι υποστήριξης της έσω ποδικής καμάρας ή νάρθηκες για τη μείωση της δυσφορίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η χειρουργική επέμβαση μπορεί να προσφέρει οριστική ανακούφιση, ακόμη και να δημιουργήσει μια ποδική  καμάρα όπου δεν υπήρχε πριν.

Στις χειρουργικές τεχνικές περιλαμβάνεται η τριπλή αρθρόδεση, στην οποία γίνεται αρθρόδεση της αστραγαλοσκαφοειδούς, της υπαστραγαλικής και της πτερνοκυβοειδούς άρθρωσης. Έτσι αυξάνεται η σταθερότητα του ποδιού και διευκολύνεται η ορθοστάτηση και η βάδιση. Σε περίπτωση που η πλατυποδία οφείλεται σε ανεπάρκεια του οπίσθιου κνημιαίου, μπορεί να εφαρμοστεί οστεοτομία της πτέρνης με τενοντομεταφορά του μακρού καμπτήρα του μεγάλου δακτύλου και συνδεσμική ανακατασκευή.