Τενοντομεταφορά πρόσθιου κνημιαίου

Ο πρόσθιος κνημιαίος μυς βρίσκεται στην πρόσθια-έξω επιφάνεια της κνήμης. Εκφύεται από τον έξω κνημιαίο κόνδυλο, τα άνω δυο τριτημόρια της εξωτερικής επιφάνειας της κνήμης και τον παρακείμενο μεσόστεο υμένα και καταφύεται στο έσω σφηνοειδές και το 1ο μετατάρσιο. Η σύσπαση του προκαλεί ραχιαία έκταση και πρηνισμό του άκρου ποδός. Ο πρόσθιος κνημιαίος μυς βρίσκεται στο πρόσθιο διαμέρισμα της κνήμης. Νευρώνεται από το εν τω βάθει περονιαίο νεύρο. Ο κυριότερος ανταγωνιστής του είναι ο μακρός περονιαίος μυς. Ο πρόσθιος κνημιαίος δρα στη βάδιση, το τρέξιμο, το λάκτισμα οποιαδήποτε δραστηριότητα που απαιτεί την κίνηση ή τη διατήρηση της κάθετης θέσης του ποδιού.

Η τενοντομεταφορά του προσθίου κνημιαίου χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της υποτροπής της συγγενούς ραιβοϊπποποδίας. Η ραιβοϊπποποδία είναι μια παραμόρφωση στην οποία το πόδι του βρέφους στρέφεται προς τα μέσα, συχνά τόσο έντονα που το πέλμα βλέπει προς τα πλάγια ή ακόμη και προς τα πάνω. Η αρχική θεραπεία της ραιβοϊπποποδίας είναι συντηρητική, ανεξάρτητα από το πόσο σοβαρή είναι η παραμόρφωση. Η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη τεχνική είναι η μέθοδος Ponseti, η οποία χρησιμοποιεί διατάσεις και διαδοχικούς γύψους για να διορθώσει σταδιακά την παραμόρφωση. Η συχνότητα της υποτροπής της ραιβοϊπποποδίας μετά από εφαρμογή της μεθόδου Ponseti μπορεί να φτάσει το 56%.

Η τενοντομεταφορά του προσθίου κνημιαίου περιγράφηκε αρχικά από τον Garceau το 1940 και αργότερα τροποποιήθηκε από τον Ponseti. Η επέμβαση εκτελείται αποτελεσματικά σε παιδιά ηλικίας 2 – 6 ετών και διορθώνει επαρκώς τη μυϊκή ανισορροπία του ποδιού. Υπό ακτινολογική καθοδήγηση, ολόκληρος ο τένοντας του προσθίου κνημιαίου μεταφέρεται από τη φυσική του κατάφυση στο έσω σφηνοειδές και στο 1ο μετατάρσιο, στο έξω σφηνοειδές με μια προσπέλαση δύο τομών, μιας στη ραχιαία επιφάνεια του άκρου ποδός και μιας στην πελματιαία επιφάνεια. Ο τένοντας καθηλώνεται στο έξω σφηνοειδές μέσω ειδικού «κουμπιού» ή απορροφήσιμης βίδας. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης η ποδοκνημική πρέπει να βρίσκεται σε ραχιαία έκταση. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του χειρουργείου δεν επιτυγχάνεται επαρκής ραχιαία έκταση της ποδοκνημικής, μπορεί να χρειαστεί και τενοντοτομή του Αχίλλειου τένοντα. Αντενδείξεις της τενοντομεταφοράς του προσθίου κνημιαίου αποτελούν τα νευρομυϊκά νοσήματα και η εγγενής ανεπάρκεια του προσθίου κνημιαίου.

Η επέμβαση γίνεται με ίσχαιμη περίδεση του κάτω άκρου, υπό γενική ή περιοχική αναισθησία. Μετεγχειρητικά, οι ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν βακτηρίες, να μη φορτίζουν το χειρουργημένο πόδι και να έχουν έναν κνημοποδικό νάρθηκα για 6 εβδομάδες. Η αφαίρεση των ραμμάτων γίνεται 2 εβδομάδες μετά την επέμβαση. Οι επιπλοκές της επέμβασης περιλαμβάνουν παραμόρφωση, πόνο και δυσκαμψία, λοιμώξεις, εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, σύνδρομο ταρσιαίου σωλήνα, νευρικές κακώσεις και νευροπαθητικό πόνο.