Πρόσθια πρόσκρουση ποδοκνημικής

Η πρόσθια πρόσκρουση της ποδοκνημικής είναι μια κατάσταση κατά την οποία εμφανίζεται πόνος στο πρόσθιο τμήμα της ποδοκνημικής κατά τη διάρκεια της κίνησης, της βάδισης, του τρεξίματος, της ανόδου σκαλοπατιών ή της ανάβασης σε ανηφόρα. Ιατρικά, ορίζεται ως μια ανώμαλη παγίδευση ή επαφή δομών που οδηγεί σε πόνο και περιορισμένη κίνηση.

Σε άτομα με διαστρέμματα ποδοκνημικής, το 20 – 40% έχουν χρόνιο πόνο στην ποδοκνημική και από αυτούς τους ασθενείς το ένα τρίτο έχει πόνο λόγω πρόσθιας πρόσκρουσης της ποδοκνημικής. Παρατηρείται συχνά σε ποδοσφαιριστές, βολεϊμπολίστες, δρομείς και χορευτές μπαλέτου.

Η αιτία του συνδρόμου πρόσκρουσης της ποδοκνημικής είναι άγνωστη. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές θεωρίες που πιστεύεται ότι συμμετέχουν στην παθογένεια του συνδρόμου. Υπάρχει η θεωρία του τραυματισμού με μηχανισμό έλξης. Η έλξη που ασκείται στον πρόσθιο θύλακο κατά την πελματιαία κάμψη (κατά την οποία τα δάχτυλα των ποδιών φέρονται προς τα κάτω), προκαλεί βλάβη στο θύλακο με αποτέλεσμα τη ρίκνωση του, προκαλώντας πρόσκρουση. Η δεύτερη θεωρία περιλαμβάνει τον επαναλαμβανόμενο τραυματισμό στο πρόσθιο όριο του χόνδρου κατά την υπερβολική ραχιαία έκταση (κατά την οποία τα δάχτυλα των ποδιών φέρονται προς τα άνω). Άλλες θεωρίες περιλαμβάνουν την πάχυνση των συνδέσμων, του αρθρικού υμένα και του σχηματισμό μετατραυματικού ινώδους ιστού που μπορούν να προκαλέσουν πρόσκρουση στο πρόσθιο τμήμα της ποδοκνημικής. Επίσης, η ύπαρξη οστεοφύτων στα πλαίσια οστεοαρθρίτιδας της ποδοκνημικής μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο πρόσκρουσης.

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα του συνδρόμου πρόσκρουσης της ποδοκνημικής είναι βύθιος πόνος κατά τη βάδιση, το βαθύ κάθισμα, την προσγείωση μετά από άλμα και την άνοδο σκαλοπατιών. Ο πόνος εντοπίζεται στην πρόσθια επιφάνεια της ποδοκνημικής. Το εύρος κίνησης είναι περιορισμένο λόγω πόνου και της αίσθησης ότι κάτι εμποδίζει την κίνηση της ποδοκνημικής. Ο πόνος εμφανίζεται επειδή δεν υπάρχει αρκετό εύρος κίνησης στην ποδοκνημική για να εκτελέσει τις φυσιολογικές της λειτουργίες.

Η συντηρητική θεραπεία για το σύνδρομο πρόσκρουσης της ποδοκνημικής περιλαμβάνει την ανάπαυση, τη φυσικοθεραπεία, την εφαρμογή κηδεμόνων, την τροποποίηση των υποδημάτων και την τοπική έγχυση κορτικοστεροειδών. Χρήσιμη είναι η φυσικοθεραπεία, με κινητοποίηση των αρθρώσεων της ποδοκνημικής και του άκρου ποδός και στη συνέχεια με ασκήσεις ενδυνάμωσης της ποδοκνημικής, του γόνατος και του ισχίου και τέλος με πιο προχωρημένη προπόνηση ισορροπίας και ιδιοδεκτικότητας.

Η χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται όταν όλες οι μέθοδοι συντηρητικής θεραπείας είναι ανεπιτυχείς. Στόχοι της χειρουργικής θεραπείας είναι η αφαίρεση των οστεοφύτων για την αποκατάσταση του μεσάρθριου της πρόσθιας ποδοκνημικής, η πρόληψη της πρόσκρουσης και η μείωση των πιθανών υποτροπών των συμπτωμάτων. Οι ανοιχτές και οι αρθροσκοπικές μέθοδοι έχουν αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικές όταν υπάρχει οστική συμμετοχή στο σύνδρομο πρόσκρουσης. Ο αρθροσκοπικός καθαρισμός έχει δείξει πολύ καλά αποτελέσματα με ποσοστά επιτυχίας 67 – 88%. Η πρόγνωση εξαρτάται από την παρουσία εγκατεστημένης οστεοαρθρίτιδας. Αν δεν υπάρχουν ενδείξεις οστεοαρθρίτιδας, το ποσοστό επιτυχίας του αρθροσκοπικού καθαρισμού φτάνει το 100%.