Παθήσεις σησαμοειδών

Τα σησαμοειδή οστά περιγράφηκαν από τον Γαληνό περίπου το 180 μ.Χ., και πήραν το όνομα τους λόγω της ομοιότητάς τους με τους σπόρους σουσαμιού. Αποτελούν μέρος της 1ης μεταταρσοφαλαγγικής άρθρωσης και αποτελούν σημαντικό παράγοντα στη φυσιολογική εμβιομηχανική της βάδισης. Υπάρχουν 3 σησαμοειδή οστά: Τα 2 σησαμοειδή οστά βρίσκονται πίσω από την κεφαλή του 1ου μεταταρτσίου και το 3ο σησαμοειδές βρίσκεται κάτω από τη φαλαγγοφαλαγγική άρθρωση του μεγάλου δακτύλου. Το γληνοσησαμοειδές σύμπλεγμα αποτελείται από επτά μύες, οκτώ συνδέσμους και δύο οστά, τα οποία περιστοιχίζονται από το βραχύ καμπτήρα του μεγάλου δακτύλου.

Τα σησαμοειδή οστά έχουν διάφορες λειτουργίες. Εκτός του ότι αποτελούν μέρος της στήριξης του άκρου ποδός και διανέμουν τα φορτία στην κεφαλή του 1ου μεταταρσίου, μειώνουν επίσης την τριβή και προστατεύουν τους καμπτήρες τένοντες του μεγάλου δακτύλου. Κατά τη φυσιολογική βάδιση, τα σησαμοειδή μπορούν να μεταφέρουν μεγάλα φορτία σε μια μικρή περιοχή, η οποία στο γυμνό πόδι αντιστοιχεί στο 80% του σωματικού βάρους στην 1η μεταταρσιοφαλαγγική άρθρωση. Αυτό το ποσοστό αυξάνεται στο 200 – 300% του σωματικού βάρους κατά την αθλητική δραστηριότητα και μπορεί να αυξηθεί στο 800% κατά το τρέξιμο και τα άλματα. Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι το θυλακοσυνδεσμικό σύμπλεγμα των σησαμοειδών είναι σημαντικό για τις αθλητικές δραστηριότητες.

Οι διαταραχές των σησαμοειδών του μεγάλου δακτύλου δεν είναι σπάνιες, αν και η συχνότητά τους συχνά υποτιμάται. Αντιπροσωπεύουν το 9% των τραυματισμών του άκρου ποδός και της ποδοκνημικής και το 1,2% των τραυματισμών που οφείλονται στο τρέξιμο. Περιλαμβάνουν τα κατάγματα, τις οστεοχόνδρινες βλάβες, τα διφυή σησαμοειδή, τη σησαμοειδίτιδα λόγω επαναλαμβανόμενου τραύματος ή λοίμωξης και την οστεοαρθρίτιδα. Πιστεύεται ότι οι γυναίκες προσβάλλονται συχνότερα, ειδικά μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης δεκαετίας της ζωής. Οι διαταραχές αυτές είναι πιο συχνές σε επαγγελματίες αθλητές λόγω επαναλαμβανόμενου στρες στην 1η μεταταρσιοφαλαγγική άρθρωση. Ο χορός – ειδικά το μπαλέτο – το τρέξιμο, ακόμη και η υπερβολική χρήση παπουτσιών με ψηλό τακούνι έχουν επίσης προταθεί ως παράγοντες κινδύνου για σησαμοειδίτιδα.

Για τη διάγνωση είναι απαραίτητες οι προσθιοπίσθιες και πλάγιες ακτινογραφίες του άκρου ποδός σε φόρτιση. Χρήσιμο είναι και το σπινθηρογράφημα με ραδιενεργό τεχνήτιο για τη διαφοροδιάγνωση κατάγματος από διφυές σησαμοειδές. Η αξονική και η μαγνητική τομογραφία βοηθούν στη διάγνωση καταγμάτων, ψευδαρθρώσεων, οστεοχόνδρινων βλαβών και αρθριτικών αλλοιώσεων.

Λόγω της πολύπλοκης ανατομίας και των πολυάριθμων δομών ευαίσθητων στον πόνο στην περιοχή της 1ης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης, η διαφορική διάγνωση μπορεί να είναι δύσκολη. Επιπλέον, εάν δεν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί σωστά, ο τραυματισμός μπορεί να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις στη λειτουργία των ποδιών στους αθλητές. Ανεπαρκής διάγνωση και θεραπεία αυτών των διαταραχών μπορεί να οδηγήσει σε κακά αποτελέσματα και μείωση της ποιότητας ζωής.